Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 21 Απριλίου 2012

Σαρλ Πιερ Μποντλαίρ - Ο «ποιητής των κολασμένων»

«Γενιά του Κάιν ανέβα στον ουρανό
και γκρεμοτσάκισε στη γη τον Θεό»

Αν μπορούσε κανείς να αποτυπώσει το μήνυμα του Μποντλαίρ σε λίγες λέξεις, ίσως αυτό το δίστιχο είναι το καταλληλότερο. ‘Οσοι από τους «κολασμένους» γνώρισαν τον Δυτικό πολιτισμό, έγιναν κι έμειναν πιστοί στην ποίηση ενός από τους πιο σημαντικούς ποιητές της γαλλικής αλλά και της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

Ο Σαρλ Πιερ Μποντλαίρ (Charles Pierre Baudelaire) γεννήθηκε στο Παρίσι στις 9 Απριλίου 1821. Πατέρας του ήταν ο Ζοζέφ-Φρανσουά Μποντλαίρ και μητέρα του η Καρολίν Αρσεμπό-Ντιφαΐς. Έχασε τον πατέρα του όταν ήταν μόλις έξι ετών, γεγονός που επέδρασε καταλυτικά στον ψυχισμό του. Ενα χρόνο αργότερα, η μητέρα του ξαναπαντρεύεται τον στρατηγό Οπίκ. Ο Μποντλαίρ αντιπάθησε αμέσως τον πατριό του και διέβλεψε στη συμπεριφορά του στρατιωτικού αντίστοιχη αντιπάθεια. «Αντιπάθησα αμέσως αυτόν τον υπέροχο ηλίθιο», έγραφε αργότερα ο Κάρολος, «που με το ύφος του προσπαθούσε να μου εμφυσήσει όλο το γαλλικό πνεύμα».


Το 1836, σε ηλικία 15 ετών, ο Μποντλαίρ γράφεται στο Κολλέγιο Λουί λε Γκραν, στο Παρίσι, αφού πέρασε προηγουμένως τέσσερα χρόνια στη Λυών. Τελειώνοντας το σχολείο, συχνάζει στο Καρτιέ Λατέν, ακολουθώντας μια ζωή που η οικογένειά του χαρακτήριζε «σκανδαλώδη». Σχεδόν πάντα γυρνούσε στο σπίτι…μεθυσμένος ή, αργότερα, ποτισμένος με ουσίες που τον έκαναν να «δραπετεύει» από την ανυπόφορη γι' αυτόν πραγματικότητα. «Η παιδική μου ηλικία», έγραφε αργότερα σε μια αυτοβιογραφία του, «σημαδεύτηκε από μια ακατάπαυστη θύελλα, την οποία έσπαζαν μικρά διαλείμματα ηλιοφάνειας. Αλλά στον κήπο της ψυχής μου, η θύελλα δεν άφησε παρά ελάχιστα φρούτα. Αχ! Δυστυχία... ο χρόνος τρώει τη ζωή μας. Είναι ο σκοτεινός εχθρός που μας ρουφά το αίμα...». 

Τον Ιούνιο του 1841, πιεσμένος από την οικογένειά του να αλλάξει τρόπο ζωής, ο Μποντλαίρ αποφασίζει να ταξιδέψει στις Ινδίες, όπου, όμως, δεν θα φτάσει ποτέ, καθώς σταμάτησε στον Μαυρίκιο. Εκεί θα γράψει μερικά από τα πρώτα ποιήματά του, όπως «Σε μια μιγάδα», «Το αλμπατρος», το «Εξωτικό άρωμα» κ.λπ. 


Τον Φεβρουάριο του 1842 επιστρέφει στο Παρίσι και την ίδια χρονιά γνωρίζεται με τη Ζαν Ντιβάλ, η οποία θα τον εμπνεύσει να γράψει πολλούς στίχους. Από τότε μέχρι το 1846 γράφει πολλά ποιήματα, μέσα από τα οποία απορρίπτει την κοινωνία της εποχής του. Λέγεται ότι μια μέρα που ο Μποντλαίρ βρισκόταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών, περνούσε έξω από το σπίτι του ένας τζαμάς, ο οποίος κουβαλούσε τζάμια που επρόκειτο να τοποθετήσει σε γειτονικό σπίτι. 
Ο Μποντλέρ βγήκε έξω από το σπίτι του και φωνάζοντας «γιατί δεν βλέπω μέσα από τα τζάμια σου τη ζωή στα ρόζ;» έσπασε όλα τα τζάμια του άτυχου μαγαζάτορα, θέτοντας τη ζωή και των δυο σε κίνδυνο. Αποτέλεσμα εκείνης της οργής του ήταν το ποίημα «Η ζωή στα ροζ» (La vie en rose). 

Το 1847 ο Μποντλαίρ ανακαλύπτει τον Εντγκαρ Αλαν Πόε, στα γραπτά του οποίου αναγνωρίζει έναν πνευματικό του αδελφό. Έλεγε ότι οι δυο τους συνδέθηκαν «χάρη στην κοινή αγάπη τους για τον πόνο». Εκείνη τη χρονιά, μια άλλη γυναίκα μπαίνει στη ζωή του: Τη λένε Μαρί Ντομπρέν και λέγεται ότι τα μάτια της ενέπνευσαν τον Κάρολο να γράψει το ποίημα «Το δηλητήριο του ουρανού». 

Ο Μποντλαίρ βλέπει στις εξεγέρσεις του Φεβρουαρίου 1848 την απόρριψη της κοινωνίας της εποχής του και λαμβάνει ενεργό μέρος σε αυτές. Η απόφασή του γκρεμίζει έναν μύθο που συνόδευε πολύ καιρό το όνομα του Σαρλ Μποντλαίρ, ότι δηλαδή ο εθισμός του σε ναρκωτικές ουσίες και στο αλκοόλ είχε εξουδετερώσει κάθε ενδιαφέρον του για τις κοινωνικές εξελίξεις και τον είχε κλείσει στον εαυτό του και τον «κόσμο του». 

Το 1852 στέλνει πολλά ποιήματά του στην πνευματική του αγαπημένη, την κυρία Σαμπατιέ. Ανάμεσά τους ήταν «Η αρμονία του απομεσήμερου» και «Η πνευματική αυγή». Λίγο αργότερα, ο Μποντλαίρ παίρνει την πρωτοβουλία να μεταφράσει στα γαλλικά τις «Ιστορίες» και τις «Νέες υπέροχες ιστορίες» του Εντγκαρ Αλαν Πόε. 

Τον Ιούνιο του 1857 ο Μποντλαίρ δημοσιεύει την πιο γνωστή ποιητική του συλλογή, με τίτλο «Τα άνθη του κακού» (Les Fleurs du Mal), που ξεσηκώνει θύελλα κατηγοριών από την καλή κοινωνία της εποχής του. Τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς περνά από δίκη για «ανηθικότητα». 
Ο ποιητής και ο εκδότης του, ο Πουλέ Μαλασί, θα καταδικαστούν για έξι ποιήματα του Μποντλέρ, τα οποία από τότε αποτέλεσαν ειδική ομάδα υπό τον τίτλο «Καταδικασμένα κομμάτια». Η δεύτερη έκδοση του 1861 είναι εμπλουτισμένη, αναδομημένη αλλά και ακρωτηριασμένη κατά έξι ποιήματα (Les bijoux, Le Léthé, À celle qui est trop gaie, Lesbos, Femmes damnées (το πρώτο ποίημα της συλλογής), Les métamorphoses du vampire), την δημοσίευση των οποίων απαγόρευσε ο δικαστής Πινάρ.

Το 1860 ο Μποντλαίρ δημοσιεύει τους «Τεχνητούς παραδείσους», στους οποίους ο ποιητής αναφέρεται στον κόσμο των αισθήσεων και τη λατρεία του ατέλειωτου. 
Τον Απρίλιο του 1861 γράφει και δημοσιεύει ένα μακροσκελές άρθρο γύρω από τη μουσική του Ρίχαρντ Βάγκνερ, ενώ αντιλαμβάνεται ότι ο αέρας του Παρισιού τον σηκώνει όλο και λιγότερο. 

Ο ποιητής πνίγεται και αποφασίζει το 1864 να εγκατασταθεί στις Βρυξέλλες, όχι πολύ μακριά ούτε πολύ κοντά από τη γαλλική πρωτεύουσα. Εκεί δίνει μια σειρά διαλέξεων, αλλά γρήγορα συνειδητοποιεί ότι ούτε εκεί μπορεί να εγκατασταθεί, καθώς η βελγική καλή κοινωνία αντιδρά. Η υγεία του, όμως, είχε κλονιστεί από τη «σκανδαλώδη» ζωή, που από νεαρός είχε επιλέξει. Σε μια επίσκεψή του στον ναό του Σαν Λου ντε Ναμίρ, χάνει τις αισθήσεις του. Αργότερα τις ανακτά, αλλά από τότε είχε πολλά και αλλεπάλληλα προβλήματα υγείας. 

Το 1867 η απώλεια των αισθήσεών του είναι πλέον ο κανόνας. Ο μεγάλος ποιητής άφησε την τελευταία του πνοή στο Παρίσι στις 31 Αυγούστου1867 και ετάφη στο κοιμητήριο του Μονπαρνάς.
Η τρίτη έκδοση των «Ανθέων» (1868) δεν θα βρει τον Μποντλέρ εν ζωή. Μετά τον θάνατό του, η λογοτεχνική του κληρονομιά δημοπρατήθηκε και τελικά αγοράστηκε από τον εκδότη Μισέλ Λεβί για 750 φράγκα. Η δικαστική απόφαση του 1857 ανακλήθηκε το 1949, οπότε και έγινε αποκατάσταση του πλήρους έργου του Μποντλαίρ.

Κυριότερα έργα
Salons (1845-1859)
Journaux intimes (1851-1862)
Τεχνητοί παράδεισοι (1860)
Curiosités esthétiques (1868)
Réflexions sur quelques-uns de mes contemporains (1862)
Richard Wagner et Tannhaüser à Paris (1862)
Le Peintre de la vie moderne (1863)
L'œuvre et la vie d'Eugène Delacroix (1863)
Η καρδιά μου ξεγυμνωμένη (1864)
L'art romantique (1869)
Η Φανφαρλό (1847)
Du vin et du haschisch (1851)
Άνθη του κακού (1857)
Fusées (1867)
Μικρά Ποιήματα σε Πεζό ή Le Spleen de Paris (1862)

Το 2009 σε δημοπρασία που πραγματοποιήθηκε στο Hotel Drouot στο Παρίσι, πουλήθηκε μια αυθεντική έκδοση του βιβλίου τα «Άνθη του Κακού» (1857), με αφιέρωση από τον ίδιο τον συγγραφέα, στην τιμή ρεκόρ των 775.000 ευρώ.
Στη συλλογή αυτή περιλαμβάνονταν επίσης προσωπικά αντικείμενα, διοικητικά έγγραφα, επιστολές και βιβλία που ανήκαν ή σημάδεψαν τη ζωή του γάλλου ποιητή. Η συλλογή μεταβιβάστηκε από γενιά σε γενιά από τον ίδιο τον Μποντλαίρ στη μητέρα του, μετά στον φίλο και σύμβουλο του ποιητή, Ναρσίς Ανσέλ, και στους κληρονόμους του. 
Η πώληση στη δημοπρασία της συλλογής αυτής απέφερε συνολικά 4.050.000 ευρώ, ποσό διπλάσιο από τις εκτιμήσεις. 
Μια επιστολή του Μποντλέρ στον Ανσέλ με ημερομηνία 30 Ιουνίου του 1845, γνωστή και ως «επιστολή αυτοκτονίας» στην οποία ανακοινώνει την πρόθεση του να αυτοκτονήσει, πουλήθηκε στην τιμή των 225.000 ευρώ, τιμή που αποτελεί επίσης ρεκόρ δημοπρασίας για μιαν επιστολή του ποιητή. 
Στην ίδια δημοπρασία πουλήθηκαν και τριάντα επιστολές που υπογράφει ο ίδιος ο Μποντλέρ, καθώς και εκείνες που είχε λάβει από τους συγγραφείς Βικτόρ Ουγκό και Γκουστάβ Φλομπέρ, τους ζωγράφους Ευγένιο Ντελακρουά και Εντουάρ Μανέ και τον εκδότη του Πουλέ Μαλασίς.
Επίσης, δημοπρατήθηκαν διοικητικά και λογιστικά έγγραφα, όπως το πιστοποιητικό βάπτισης και το πιστοποιητικό θανάτου του Μποντλαίρ, η απογραφή της περιουσίας του μετά τον θάνατό του, καθώς και φωτογραφίες και βιβλία από τη βιβλιοθήκη του. όπως επίσης και το λεξικό που χρησιμοποιούσε ο ποιητής για να μεταφράσει έργα του Έντγκαρ Άλαν Πόε.


Το ταξίδι

Μα αληθινοί ταξιδευτές εκείνοι είναι που φεύγουν
μονάχα για να φύγουν•ελαφρές καρδιές καθώς
μπαλόνια, το μοιραίο τους ποτέ δεν τ’ αποφεύγουν•
Χωρίς να ξέρουν το γιατί, πάντοτε λένε «Εμπρός!»

Εκείνοι που σαν σύννεφα οι απροθυμιές τους μοιάζουν
και που σαν νεοσύλλεκτοι κανόνια λαχταρούν
κι άγνωστες ηδονές τρανές, που πάντοτε αλλάζουν
Και που τι όνομα έχουνε δεν μπόρεσαν να βρουν!

Φρίκη! Σαν σβούρα μοιάζουμε, σαν φούσκα που πηδάει•
Ακόμα και στον ύπνο μας, απάνω μας σιμώνει,
Μας δέρνει η Περιέργεια και μας κυλά στα χάη,
Σαν ένας Άγγελος σκληρός που ήλιους μαστιγώνει.

Μοίρα παράξενη! Ο σκοπός πάντα άλλη θέση παίρνει,
κι αφού δεν είναι πουθενά, μπορεί να’ναι παντού•
ο Άνθρωπος που ακούραστα η Ελπίδα τόνε σέρνει,
αιώνια ψάχνει αναπαμό με τρέξιμο τρελού.

Πλοίο τρικατάταρτο η ψυχή, ζητάει την Ικαρία•
Κάποια φωνή απ’ την γέφυρα φωνάζει: «Προσοχή!»
Κι από τη σκοπιά μια άλλη φωνή απαντά: « Ευτυχία…
’Έρωτας…Δόξα..» Διάολε! Σκόπελος είν’ εκεί!

Κάθε νησάκι που ο σκοπός του πλοίου μακριά κοιτάζει,
Είν’ Ελδοράδο που μας έχει η Μοίρα υποσχεθεί•
Κι η Φαντασία, που έξαλλη στην κεφαλή οργιάζει,
Βρίσκει μόνο έναν ύφαλο μόλις ο ήλιος βγει.

Ω των χιμαιρικών χωρών ο ποθοπλανταγμένος!
Στα σίδερα ή στη θάλασσα πρέπει να πεταχτεί
Ο οικτρός σκοπός, που Αμερικές βλέπει σαν μεθυσμένος
Κι η πλάνη του το βάραθρο το κάνει πιο βαθύ;

Κι ο γερο- αλήτης έτσι δα στις λάσπες που πατάει,
Χάσκοντας, παραδείσια ονειρεύεται παλάτια•
Σε κάθε τρώγλη που κερί μονάχα την φωτάει,
ανακαλύπτουν Κάπουες τα εκστατικά του μάτια.

(Από το ποιητικό του εργο «Τα άνθη του κακού» («les fleurs du mal») σε μετάφραση του Γεωργίου Σημηριώτη)
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 25 Δεκεμβρίου 2011

Το Χριστουγεννιάτικο πνεύμα του παρελθόντος

Ἦταν ἀκόμη σκοτάδι ὅταν ξύπνησε ὁ Σκροῦτζ. Νόμισε πὼς τὸ ρολόι εἶχε σταματήσει, θυμόταν ὅτι ἔπεσε νὰ κοιμηθεῖ μετὰ τὶς δυό. Τὸ ρολόι χτύπησε μία ἀκριβῶς.

Ἀμέσως, μιὰ λάμψη δυνατὴ πλημμύρισε τὴν κρεβατοκάμαρα. Ὁ Σκροῦτζ ἀνασηκώθηκε καὶ τότε εἶδε ἐμπρός του μιὰ περίεργη ὀπτασία. Εἶχε τὸ ἀνάστημα, τὸ πρόσωπο, τὰ χέρια ἑνὸς μικροῦ παιδιοῦ, ἀλλὰ τὰ μαλλιά της ἦταν ὁλόλευκα ὅπως ἑνὸς γέρου. Ἀπὸ τὸν ὦμο, πάνω ἀπὸ τὸ λευκό, κοντὸ χιτώνιό της, κρεμόταν μιὰ γιρλάντα λιόπρινο, σύμβολο τοῦ χειμῶνα.

«Μὴ φοβᾶσαι», τοῦ εἶπε ἡ ὀπτασία. «Εἶμαι τὸ Χριστουγεννιάτικο Πνεῦμα τοῦ Παρελθόντος κι ἦρθα νὰ σὲ βοηθήσω».

Πῆρε τὸν Σκροῦτζ ἀπὸ τὸ χέρι καὶ τὸν ὁδήγησε στὸ παράθυρο.

Ὁ Σκροῦτζ φοβήθηκε μήπως πέσει, ἀλλὰ τὸ Πνεῦμα τὸν ἐνθάρρυνε νὰ πετάξει μαζί του πάνω ἀπὸ στέγες καὶ ἀγρούς. Κι ἦταν πρωὶ ὅταν ἔφτασαν σὲ μία μικρὴ ἐπαρχιακὴ πόλη.

«Μά, ἐδῶ πέρασα τὰ παιδικά μου χρόνια», μουρμούρισε κατάπληκτος ὁ Σκροῦτζ.

«Ἔ, τότε, θὰ ξέρεις τὸ δρόμο γιὰ νὰ ἔρθεις ἐδῶ», τὸν ρώτησε τὸ Πνεῦμα.
«θὰ μποροῦσα νὰ τὸν βρῶ μὲ κλειστὰ μάτια», ἀπάντησε ἐκεῖνος.

«Κι ὅμως, δείχνεις σὰν νὰ ἔχεις ξεχάσει ἀκόμη καὶ......τὴν ὕπαρξη αὐτοῦ τοῦ τόπου», παρατήρησε αὐστηρὰ τὸ Πνεῦμα.

Ὕστερα βάδισαν πάνω στὸ χιονισμένο δρόμο συναντώντας φυσιογνωμίες γνωστές. Ἀγρότες μὲ τὶς ἅμαξες, παιδιὰ μὲ τ᾿ ἀλογάκια τους. Ὁ Σκροῦτζ τοὺς θυμόταν ὅλους. Τοὺς φώναξε μάλιστα μὲ τὰ ὀνόματά τους. Ἀλλὰ κανεὶς δὲν τοῦ ἀπάντησε!

«Εἶναι μόνο σκιές», τοῦ ἐξήγησε τὸ Πνεῦμα, «δὲν μᾶς βλέπουν».

Ὁ Σκροῦτζ χάρηκε πολὺ ποὺ ξαναεῖδε φίλους καὶ γνωστοὺς ἀπὸ τὰ νιᾶτα του. Καὶ τούτη ἡ χαρὰ ἦταν πρωτόγνωρη γι᾿ αὐτόν. Σὲ λίγο, οἱ δυὸ ταξιδιῶτες ἔφτασαν σ᾿ ἕνα χωριουδάκι. Μπῆκαν σ᾿ ἕνα μεγάλο κτίριο χτισμένο ἀπὸ τοῦβλα. Στὸ ἐσωτερικὸ ἀντίκρισαν σειρὲς θρανία. Ἦταν σχολεῖο μὲ οἰκότροφους μαθητές, ποὺ σπούδαζαν μακριὰ ἀπὸ τὶς οἰκογένειές τους.

Σὲ κάποιο θρανίο, ἕνα μοναχικὸ ἀγόρι, καθόταν καὶ διάβαζε. Κατὰ τρόπο μαγικό, οἱ ἥρωες τοῦ βιβλίου πρόβαλαν ἐμπρὸς στὸ παιδὶ - ὁ Ἀλῆ Μπαμπᾶ μὲ τὴν ἀνατολίτικη φορεσιά του, ὁ Ροβινσῶν Κροῦσος μὲ τὸν παπαγάλο του στὸν ὦμο, κι ἄλλοι πολλοί. Στὴν ἀρχὴ ὁ Σκροῦτζ ἐνθουσιάστηκε βλέποντας τοὺς ἥρωες τῶν σχολικῶν του χρόνων. Ἔπειτα, ὅμως, κατάλαβε. Τὸ μοναχικὸ ἀγόρι, μὲ μοναδικὴ παρέα τὰ βιβλία, ἦταν ὁ ἐαυτός του. Κάθησε, τότε, σ᾿ ἕνα θρανίο καὶ ἔκλαψε πικρά.

«Πᾶμε τώρα νὰ ἐπισκεφτοῦμε κάποια ἄλλα Χριστούγεννα», τοῦ πρότεινε τὸ Πνεῦμα.

Καθὼς μιλοῦσε, παρατήρησε ὅτι τὸ παιδὶ μεγάλωσε κι ἔγινε ἔφηβος. Ὁ Σκροῦτζ ἤξερε πολὺ καλὰ ὅτι ὁ νεαρὸς ἦταν πάλι μόνος. Οἱ ἄλλοι μαθητὲς θὰ ἐπέστρεφαν στὰ σπίτια τους γιὰ τὶς διακοπές.

Ξαφνικά, ἡ πόρτα ἄνοιξε. Μιὰ νέα καὶ ὄμορφη κοπέλα μπῆκε τρέχοντας στὴν αἴθουσα. Ἦρθε καὶ τὸν ἀγκάλιασε.

«Ἀδελφούλη μου», τοῦ φώναξε. «Ἦρθα νὰ σὲ πάρω. Θὰ πᾶμε στὸ σπίτι νὰ γιορτάσουμε τὰ Χριστούγεννα!».

«Στὸ σπίτι, Φάντ;» ρώτησε ὁ νεαρὸς Σκροῦτζ.

«Ναί, ζήτησα ἀπὸ τὸν πατέρα νὰ σ᾿ ἀφήσει νὰ ξαναγυρίσεις γιὰ πάντα στὸ σπίτι. Συμφώνησε. Δὲ θὰ ξαναπᾶς ἐσωτερικὸς στὸ σχολεῖο!», τοῦ ξαναφώναξε χαρούμενη.

«Εἶναι πολὺ γλυκιὰ μὲ χρυσή, μὲ χρυσὴ καρδιά», σχολίασε τὸ Πνεῦμα. 

«Νομίζω ὅτι πέθανε νέα, πάνω στὴ γέννα!».

«Ναί…» ἀπάντησε σκεφτικὸς ὁ Σκροῦτζ.

Βγῆκαν ἀπὸ τὸ σχολεῖο καὶ περιπλανήθηκαν στοὺς δρόμους. Οἱ βιτρίνες τῶν καταστημάτων ἦταν στολισμένες γιὰ τὰ Χριστούγεννα. Τὸ Πνεῦμα στάθηκε ἐμπρὸς σ᾿ ἕνα κατάστημα καὶ ρώτησε τὸν Σκροῦτζ ἂν τὸ ἀναγνωρίζει. Ἐκεῖνος κούνησε τὸ κεφάλι καὶ εἶπε: «Ἐδῶ πρωτοεργάστηκα σὰν μαθητευόμενος!».

Μπῆκαν μέσα. Ἕνας ἡλικιωμένος κύριος καθόταν στὸ γραφεῖο.

«Αὐτὸς εἶναι ὁ γερό-Φέζιβικ!.. Ὁ γερό-Φέζιβικ ἀναστημένος!..» φώναξε μ᾿ ἐνθουσιασμὸ ὁ Σκροῦτζ.

Εκείνη τη στιγμή, ὁ νεαρὸς Σκροῦτζ κι ἕνας ἄλλος μαθητευόμενος μπῆκαν στὴν αἴθουσα.

«Μαζέψτε τα ὅλα», τοὺς εἶπε ὁ Φέζιβικ, «νὰ ἑτοιμάσουμε τὴ γιορτή!».

Οἱ μαθητευόμενοι δὲν περίμεναν νὰ τὸ ἀκούσουν δεύτερη φορά. Πρὶν προλάβει ὁ γέρο-Σκροῦτζ ν᾿ ἀνοιγοκλείσει τὰ μάτια, ὅλα ἦταν καθαρὰ καὶ τακτοποιημένα. Σὲ λίγο ἄρχισαν νὰ καταφθάνουν οἱ καλεσμένοι. Ἡ γιορτὴ εἶχε ὀργανωθεῖ γιὰ ὅλους τοὺς ὑπαλλήλους τοῦ Φέζιβικ.

Σύντομα ἡ μουσικὴ καὶ ὁ χορὸς ἄναψαν τὸ κέφι γιὰ τὰ καλά. Προσφέρθηκαν γλυκίσματα καὶ ποτά. Ἦταν πιὰ ἀργὰ ὅταν ξεκίνησαν νὰ φύγουν οἱ καλεσμένοι. Ὁ κύριος καὶ ἡ κυρία Φέζιβικ ἕσφιξαν τὰ χέρια ὅλων καὶ τοὺς εὐχήθηκαν «Καλὰ Χριστούγεννα!». Ἕσφιξαν τὰ χέρια ἀκόμη καὶ τῶν νεαρῶν μαθητευομένων πρὶν πᾶνε στὰ κρεβάτια τοὺς στὸ πίσω μέρος τοῦ καταστήματος. Ὁ γέρο-Σκροῦτζ ἔδειχνε ξετρελαμένος καθὼς παρακολουθοῦσε αὐτὴ τὴ σκηνή. Ἔνιωθε τόση χαρά, λὲς καὶ συμμετεῖχε πραγματικὰ στὴ γιορτή. Ἀργὰ τὴ νύχτα τὸ Πνεῦμα καὶ ὁ Σκροῦτζ ἄκουσαν τοὺς μαθητευομένους νὰ κουβεντιάζουν ξαπλωμένοι στὰ κρεβάτια τους. Παίνευαν τὸ γέρο-Φέζιβικ καὶ τὸν εὐγνωμονοῦσαν γιὰ τὴν ὡραία γιορτὴ ποὺ τοὺς ἑτοίμασε.

«Καὶ τοῦ κόστισε μόνο τρεῖς ἢ τέσσερις λίρες», σχολίασε κάπως εἰρωνικὰ τὸ Πνεῦμα. «Ἔξοδο ποὺ ἄξιζε τὸν κόπο!». «Τὸ κόστος δὲν ἦταν ὑλικό», διαμαρτυρήθηκε ὁ Σκροῦτζ. «Ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὰ χρήματα, ἡ γιορτὴ θὰ εἶχε ἐπιτυχία γιατί ὁ Φέζιβικ ἦταν καλὸς ἄνθρωπος καὶ πάντοτε ἀκτινοβολοῦσε χαρὰ κι εὐτυχία!».

Ξαφνικὰ ὁ Σκροῦτζ ἔκοψε τὴν κουβέντα του ἀπότομα.

«Τί σοῦ συμβαίνει;» τὸν ρώτησε τὸ Πνεῦμα. «Μήπως ἔγινε κάτι ποὺ σὲ 
τάραξε;».

«Ὄχι, τίποτα… Νά, θὰ ἤθελα μόνο νὰ ἔχω πεῖ κάτι στὸν κλητήρα μου».
Ἡ σκηνὴ ἄλλαξε. Τώρα ὁ Σκροῦτζ ἦταν πλέον ὥριμος ἄντρας. Καὶ μία νέα γυναίκα ἐγκατέλειπε τὸ σπίτι. Ἔκλαιγε ἡ καημένη, βουβά. Γύρισε καὶ τοῦ εἶπε:

«Κάποτε ἤμασταν φτωχοὶ ἀλλὰ εὐτυχισμένοι. Τώρα σὲ κυβερνᾶ τὸ πάθος σου γιὰ τὸ χρῆμα!».

«Μά, μεταξύ μας, τίποτα δὲν ἄλλαξε», διαμαρτυρήθηκε ὁ Σκροῦτζ.

«Ἐγὼ ἔμεινα ἡ ἴδια. Ἐσὺ ὅμως ἄλλαξες. Δὲν μπορῶ νὰ σὲ παντρευτῶ. 

Σοῦ εὔχομαι κάθε εὐτυχία στὴ σταδιοδρομία ποὺ διάλεξες».

Καὶ μὲ τὰ λόγια αὐτὰ ἡ γυναίκα βγῆκε στὸ δρόμο, ἐνῶ ὁ ἄντρας δὲ δοκίμασε νὰ τὴ σταματήσει.

«Πνεῦμα», φώναξε ὁ γέρο-Σκροῦτζ, «σταμάτα νὰ μὲ βασανίζεις, θέλω νὰ γυρίσω στὸ σπίτι. Δὲν ἀντέχω τὶς δυσάρεστες ἀναμνήσεις».
Μέσα σε μία στιγμὴ πέρασαν χρόνια. Καὶ ξαναεῖδαν τὴ νέα γυναίκα. Τώρα γελοῦσε τρισευτυχισμένη με τὴν κόρη της. Σὲ διαφορετικὲς περιστάσεις θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι τὸ παιδὶ τοῦ Σκροῦτζ. Ὁ πατέρας μπῆκε στὸ δωμάτιο. Ἡ μικρὴ ἔτρεξε καὶ τὸν φίλησε. Ἀγκαλιάστηκαν καὶ οἱ τρεῖς ἐμπρὸς στὸ ἀναμμένο τζάκι.

«Δὲν τὸ ἀντέχω», μούγκρισε ὁ γερο-Σκροῦτζ μὲ φωνὴ σπασμένη. Καὶ στράφηκε ἀπελπισμένος πρὸς τὸ Πνεῦμα, ποὺ μέσα στὴν ὁλοφώτεινη ἀνταύγεια τοῦ ἔμοιαζε σὰν νὰ εἰρωνεύεται τὴν ἀπελπισία του. Σὲ λίγο ἡ ὀπτασία τοῦ Πνεύματος ἄρχισε ν᾿ ἀπομακρύνεται καὶ νὰ σβήνει σιγὰ-σιγά, μέχρι ποὺ ἐξαφανίστηκε τελείως. Ὁ Σκροῦτζ ἔνιωσε ἀφάνταστα κουρασμένος. Τὰ μάτια τοῦ βάρυναν. Ξαναγύρισε στὴν κρεβατοκάμαρά του. Μόλις ποὺ πρόλαβε νὰ ξαπλώσει στὸ κρεβάτι κι ἔπεσε σὲ ὕπνο βαθύ.
Τσαρλς Ντίγκενς "Το Χριστουγεννιάτικο πνεύμα του παρελθόντος"
www.poiein.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

Γραμμένα φιλιά

… Κι αν πάθω αλτσχάιμερ και σε ξεχάσω;
Αν η γεροντική άνοια μου πάρει τα λογικά και δεν σ' αναγνωρίζω;
Αν, παραπληγικός, δεν μπορώ να κρατώ στα δάχτυλα τις φωτογραφίες σου;
Αν χάσω για πάντα τον ύπνο μου
και δεν μπορώ να σε ξαναβρίσκω στα εφήμερα ενύπνια;
Αν χάσω την ακοή και δεν μπορώ να σε συναντώ στις κοινόχρηστές μας μουσικές;
Αν τυφλωθώ και δεν σε βλέπω απέναντί μου;
Αν ακρωτηριαστώ και δεν μπορώ να σε χαϊδεύω;
Αν χάσω τα πόδια μου και δεν μπορώ να βαδίζω χιλιόμετρα μες στο δωμάτιό σου;
Και πιο πολύ αν τίποτα απ όλα αυτά δεν συμβεί,
αν συνηθίσω την απουσία σου, αν λησμονήσω,
αν ζω και ψευτοζώ χωρίς εσένα, αν κάποια μέρα σ' αρνηθώ;
…….
Όσο περνάει ο καιρός, τόσο λιγότερο σου μοιάζουν οι φωτογραφίες.
Τι να διαφυλάξουν τα ερείπια του χαρτιού
και τι να ανασυνθέσουν τα θραύσματα
από τις χιλιάδες κουκκίδες των εικόνων,
που δημιουργούν με παρρησία το περίγραμμά σου μόνο...

Ώρες και ώρες διαλέγομαι μ' ένα παρελθόν χαρτί και δε σε βρίσκω. 
Ζητώ να μου ξανατυπώσουν τ' αρνητικά με νέες μεθόδους, 
ν' αλλάξουν το κάδρο, να ζουμάρουν στην ασήμαντη λεπτομέρεια
- να μεγεθύνουν το ανυποψίαστο - δεν είσαι εσύ...
Δοκίμασα το ματ που μαλακώνει την αιχμηρότητα του αντικατοπτρισμού, 
το γυαλιστερό που παραμυθεί την πλάνη - δεν είσαι εσύ...
Δοκίμασα το δισταγμό του ασπρόμαυρου - δεν είσαι...
Α, ευρυγώνιοι και τηλεφακοί ιαπωνικοί, 
ακριβά μηχανήματα ακριβείας, 
κανένα κλικ σας δεν μπορεί να δώσει αντιπαροχή 
ένα χαμόγελο στην αθανασία.
"Δυο απ' αυτήν, δυο απ' αυτήν, τρεις απ' αυτήν, 
κι απ' αυτές μία και μία" είπα στον φωτογράφο.
Όμως δεν εννοούσα τις φωτογραφίες. Ήθελα μόνο τις στιγμές.
……
Θα μεγαλώνεις άραγε μες στις φωτογραφίες;
Θ’ανανεώνεις τα ρούχα σου σύμφωνα με τις επιταγές;
Θ’αλλάζεις τα χρώματα ανάλογα με τη μόδα;
Θ’αποκτήσεις ρυτίδες;
Περιττά κιλά...;
Θ’ασπρίσουν τα μαλλιά σου;
Κι’αν κάποτε πεθάνεις;


Από το ομώνυμο βιβλίο του Γιάννη Ευσταθιάδη (εκδόσεις Ύψιλον)
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 26 Σεπτεμβρίου 2011

Μουσική...

Ο μαέστρος κινάει την μπαγκέτα του,
Κι άτονη και θλιμμένη αναβρύζει η μουσική...


Μου θυμίζει τα παιδικά μου χρόνια, τη μέρα εκείνη
Που έπαιζα κοντά σ' έναν τοίχο του κήπου
Ρίχνοντάς του μια μπάλα που είχε από τη μια πλευρά της
Την τσουλήθρα ενός πράσινου σκύλου, κι από την άλλη
Ένα γαλάζιο άλογο που έτρεχε με έναν κίτρινο jockey...


Συνεχίζεται η μουσική, και να στα παιδικά μου χρόνια
Ξαφνικά ανάμεσα σε μένα και τον μαέστρο, άσπρος τοίχος,
Πάει κι έρχεται η μπάλα, πότε ένας πράσινος σκύλος,
Πότε ένα γαλάζιο άλογο μ' έναν κίτρινο jockey...


Όλο το θέατρο είναι ο κήπος μου, τα παιδικά μου χρόνια
Είναι παντού, κι η μπάλα έρχεται καθώς παίζει η μουσική,
Μια θλιμμένη κι ακαθόριστη μουσική που περπατάει μες στον κήπο μου
Ντυμένη με πράσινο σκύλο που γίνεται κίτρινος jockey...
(Τόσο γρήγορα γυρίζει η μπάλα ανάμεσα σε μένα και τους μουσικούς...)


Τη ρίχνω στα παιδικά μου χρόνια κι αυτή
Διασχίζει όλο το θέατρο που.....βρίσκεται στα πόδια μου
Για να παίξει μ' έναν κίτρινο jockey κι έναν πράσινο σκύλο
Κι ένα γαλάζιο άλογο που παρουσιάζεται πάνω απ' τον τοίχο
Του κήπου μου... Κι η μουσική ρίχνει μπάλες
Στα παιδικά μου χρόνια... Κι ο τοίχος του κήπου είναι φτιαγμένος από κινήσεις
Της μπαγκέτας και συγκεχυμένες περιστροφές από πράσινους σκύλους
Και γαλάζια άλογα και κίτρινους jockey...

Όλο το θέατρο είναι ένας άσπρος τοίχος από μουσική
Απ' όπου ένας πράσινος σκύλος τρέχει πίσω απ' τη νοσταλγία μου
Για τα παιδικά μου χρόνια, γαλάζιο άλογο μ' έναν κίτρινο jockey...

Κι απ' όλες τις πλευρές, απ' τα δεξιά προς τ' αριστερά,
Όπου υπάρχουν δέντρα κι ανάμεσα στα κλαριά κοντά στην κορυφή
Με ορχήστρες που παίζουν μουσική,
Προς εκεί που υπάρχουν αράδες από μπάλες στο μαγαζί όπου την αγόρασα
Κι ο άνθρωπος του μαγαζιού γελά ανάμεσα στις αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων.

Κι η μουσική σταματά σαν τοίχος που γκρεμίζεται,
Η μπάλα κυλά προς τον γκρεμό των ονείρων μου που διακόπηκαν,
Κι απ' το ύψος ενός γαλάζιου άλογου, ο μαέστρος, κίτρινος jockey που γίνεται μαύρος
Χαιρετά, αφήνοντας την μπαγκέτα του πάνω στη μουσική γραμμή ενός τοίχου,
Κι υποκλίνεται, χαμογελώντας, με μιαν άσπρη μπάλα πάνω στο κεφάλι του,
Άσπρη μπάλα που εξαφανίζεται πίσω απ' την πλάτη του...


Fernando Pessoa
*μτφ: Αντρέας Παγουλάτος
-Ωδές και ποιήματα-

ta-parakeimena.blogspot.com
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 3 Ιουλίου 2011

Φραντς Κάφκα - Ο μοναχικός «Νοστράδαμος»

Ένας από τους κορυφαίους συγγραφείς του 20ου αιώνα, ήταν και ο Φραντς Κάφκα. Γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1883 στη Πράγα, από γονείς Εβραίους, Γερμανόφωνους. Η Πράγα, εκείνη την εποχή, συνδύαζε μοναδικά τη γερμανική, τσέχικη κι εβραϊκή κουλτούρα και ζωή.

Ο πατέρας του ήταν μεγαλέμπορος και αρκετά αυστηρός. Είχε τρεις μεγαλύτερες αδερφές και πέρασε ήρεμα παιδικά χρόνια.
Τελείωσε το γερμανικό δημοτικό σχολείο της Πράγας και το γερμανικό γυμνάσιο της παλιάς πόλης. Η παιδεία του ήταν πλήρως γερμανική.
Από το 1889 έως το 1906 σπουδάζει γερμανική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο της Πράγας και στη συνέχεια μετά από προτροπή και πίεση του πατέρα του, για λόγους σίγουρης σταδιοδρομίας ακολουθεί τη Νομική. Στο πανεπιστήμιο γνωρίζει τον Max Brod, ο οποίος θα έμελλε να γίνει ένας από τους στενότερους φίλους του Κάφκα μέχρι το τέλος της ζωής του. Το 1907 παίρνει το πτυχίο του και κάνει ένα χρόνο πρακτική δικηγορική εξάσκηση.

Αρχίζει να γράφει τα πρώτα του έργα (τα περισσότερα χαμένα) και γράφει την «Περιγραφή Ενός Αγώνα» από τα πρώτα, πιο εκτενή κι ολοκληρωμένα έργα του.


Από το 1907 μέχρι το 1922, ο Κάφκα εργάζεται ως… δικηγόρος σε ασφαλιστικές εταιρίες στην Πράγα. Την άχαρη αυτή ζωή του υπαλλήλου ποτέ δεν αγάπησε αν και στη δουλειά του ήταν ευσυνείδητος. Την εποχή εκείνη γράφει τα έργα του κατά τις βραδινές ώρες. Γράφει πολύ. Γράφει με συνοχή μόνο τη νύχτα απομονωμένος και σε απόλυτη ησυχία. Πολλά διηγήματα τα γράφει μέσα σε μια νύχτα. Πάσχει από αϋπνίες. Εκείνα τα χρόνια έγραψε αρκετά από τα διηγήματά του όπως: "Τα Δέντρα", "Ρούχα", "Η Αποπομπή", "Ο Έμπορος", "Οι Διαβάτες", "Ο Επιβάτης", "Η Κρίση" και αρχίζει να κρατά ημερολόγια, όπου κατέγραφε αποσπάσματα έργων του, αφορισμούς, σκέψεις του ή γεγονότα της ζωής του. 

Ξεκινά ταξίδια σε Παρίσι, Ζυρίχη, Βαϊμάρη, Μιλάνο, Μόναχο. Κατά τα έτη 1912-1913 γράφει τα πρώτα κύρια έργα του «Αμερική» και «Η Μεταμόρφωση». Συνεχίζει τα ταξίδια του σε Βιέννη και Βενετία και αρραβωνιάζεται για ένα χρόνο με τη Felice Bauer.
Από τότε εμφανίζεται στα γραπτά του η «Αγωνία» η «Πληγή Της Μακρινής Νύχτας». Αγωνία για την «Διατάραξη Της Πραγματικότητας Από Τον Έξω Κόσμο», αγωνία «Για Την Εσωτερική Ελευθερία», αγωνία «Για Την Κοινωνική Ένταση».

Και έρχεται το 1914, χρονιά της έμπνευσης των δυο μεγάλων έργων του, που ήταν «Η Δίκη» και «Ο Πύργος». Γράφει επίσης την «Αποικία Των Τιμωρημένων».
Κατά τα έτη 1915-1917 κάνει ταξίδια στην Ουγγαρία και το Μόναχο. Δουλεύει τη «Δίκη» και γράφει νουβέλες. Αρραβωνιάζεται για δεύτερη φορά τη Felice Bauer, για διάστημα όμως έξι μηνών. Και εκεί έρχεται να τον καθηλώσει η φυματίωση. 

Στο γράψιμό του υπάρχουν μεγάλες διακυμάνσεις. Χρόνια ενδοσκόπησης. Έγραφε : 
«Θ' αποκλειστώ μέχρι αναισθησίας απ' όλους...», «Είμαι κλειστός, σιωπηλός, ακοινώνητος, ανικανοποίητος!», «Ζω με τους αγαπημένους μου ανθρώπους πιο ξένος κι από ένα ξένο...», «Δεν έχω κανένα αίσθημα εκτός απ' αυτό του παρατηρητή...»

Από το 1918 έως το 1920 τον συναντάμε να κάνει θεραπεία για τη φυματίωση και διακοπές στις εξοχές. Αρραβωνιάζεται για λίγες βδομάδες με τη Julie και γράφει το «Χτίζοντας Το Σινικό Τείχος», δημοσιεύει μερικά διηγήματα και νουβέλες. Συνεχίζει να γράφει τον «Πύργο», αποσπάσματα του οποίου διάβασε δημόσια τον Μάρτιο του 1922.

Το 1923 γράφει διηγήματα και μετά τα καίει. Μένει στο Βερολίνο και συζεί με τηDora, η οποία ήταν δίπλα του μέχρι το τέλος του. Πάντα προσπαθούσε να αφοσιωθεί σε μια γυναίκα και να ενταχθεί στην ανθρώπινη κοινότητα.
Το 1924 αρρωσταίνει βαριά, μπαίνει σε Νοσοκομείο του Βερολίνου και στη συνέχεια μεταφέρεται σε σανατόριο της Βιέννης, όπου και πεθαίνει στις 3 Ιουνίου 1924, ενώ η ταφή του έγινε στο Εβραϊκό Νεκροταφείο της Πράγας.

Το Μουσείο Κάφκα στην Πράγα
Ο Κάφκα έγραψε όλο του το έργο στη γερμανική γλώσσα. Όσο ζούσε εκδόθηκαν μόνον ελάχιστα διηγήματα. Στη διαθήκη του, παρακαλεί το φίλο του Max Brod, να κάψει όλα του τα χειρόγραφα, όλα τα έργα του, μεταξύ αυτών «Η Δίκη», «Ο Πύργος» και «Η Αμερική». Εκείνος παράκουσε τη διαθήκη, επιμελήθηκε και εξέδωσε όλα τα έργα του. Έτσι διασώθηκε μια από τις σημαντικότερες πνευματικές κληρονομιές του 20ού Αιώνα.

Τα έργα του Κάφκα αποτέλεσαν ένας είδος συμβόλου της αγωνίας του σύγχρονου ανθρώπου, μέσω της επαναλαμβανόμενης περιγραφής ενός ασφυκτικού, γραφειοκρατικού και συχνά παράλογου περιβάλλοντος, μέσα στο οποίο δρουν οι ήρωές του. Ο όρος «καφκικό», που έχει καθιερωθεί ως ορολογία, συμπυκνώνει την ατμόσφαιρα που αποπνέει το σύνολο του έργου του και χρησιμοποιείται σήμερα για τον χαρακτηρισμό κάθε έργου τέχνης, που εμφανίζει κοινά χαρακτηριστικά.


ΚΥΡΙΑ ΠΗΓΗ : http://www.peri-grafis.com
Διαβάστε περισσότερα...

Ο Χέρμαν Έσσε και ο "Λύκος της Στέπας"

Γερμανός μυθιστοριογράφος και λυρικός ποιητής, ο Έσσε αποτελεί μία από τις τελευταίες κλασσικές μορφές της γερμανικής λογοτεχνίας.

Γεννήθηκε στο Καλβ της Βυρτεμβέργης στη Γερμανία στις 2 Ιουλίου 1877. Έζησε τα παιδικά του χρόνια μέσα στο χριστιανικό κλίμα της οικογένειάς του. Από την εφηβεία του όμως, η φιλοσοφική ανεξάρτητη φύση του άρχισε να συγκρούεται με τις θρησκευτικές, κοινωνικές και πολιτικές αξίες της εποχής του και την οικογένεια, κυρίως με τον πατέρα του.
Οι γονείς του τον προόριζαν για το ιερατικό επάγγελμα και έτσι φοίτησε σε διάφορα εκκλησιαστικά σχολεία. Αναγκάστηκε να σπουδάσει θεολογία στο Μάουλμπρον. Όμως, μετά από λίγο διάστημα έφυγε (1892), καθώς δεν μπορούσε να αντέξει, καθώς έλεγε, «τη στενότητα και την έλλειψη ανεκτικότητας αυτού του είδους αγωγής», με επακόλουθο να υποστεί επανειλημμένες ψυχικές διαταραχές και να κλειστεί κατά διαστήματα από τους γονείς του σε ψυχιατρείο.
Ήταν μια δύσκολη περίοδος, καθώς «από τα 13 μου ήταν φανερό πως ήθελα να γίνω ποιητής ή τίποτα. Επιτρεπόταν να είσαι ποιητής, το να θέλεις να γίνεις όμως ήταν γελοίο, ντροπή».


Ο Έσσε ξεπέρασε την κρίση εγκαταλείποντας το πατρικό του σπίτι και τις αξίες των γονιών του και κατέληξε στο βιβλιοπωλείο του Τύμπιγκεν, όπου... άρχισε να εκφράζει δημιουργικά τις υπαρξιακές του ανησυχίες δίνοντάς τους λογοτεχνική μορφή. Τα πρώτα λογοτεχνικά του έργα σημείωσαν μεγάλη επιτυχία και με αυτά άρχισε μια μακρά επιτυχημένη συγγραφική πορεία. 

Το 1946 τιμήθηκε με το Βραβείο Γκαίτε και ένα χρόνο αργότερα, το 1947, με το Νόμπελ Λογοτεχνίας και το 1955 με το βραβείο Ειρήνης του Γερμανικού Συνδέσμου Εμπορίας Βιβλίων.  



Στο «Λύκο της στέπας» (1927) οι ψυχαναλυτικές εμπειρίες του Έσσε δημιουργούν την εικόνα του αρπακτικού θηρίου, για να δηλώσουν το αχαλίνωτο ορμέμφυτο και το χαοτικό στοιχείο του ανθρώπου που δεν καταφέρνει να συμβιβάσει το θεϊκό με το δαιμονικό μέρος του, τα ένστικτα με το πνεύμα, σε ένα έργο που χαρακτηρίζει ως «ένα ταξίδι στην κόλαση του εαυτού του πορεία στο χάος ενός σκοτεινιασμένου ψυχικού κόσμου».  


Παράλληλα, το έργο αυτό αποτελεί έντονη κριτική στην αστική κοινωνία, στην αλλοτρίωση και την υποκρισία που κυριαρχούν στο σύγχρονο πολιτισμό και άνθρωπο. 


Σύμφωνα με το μυθιστόρημα αυτό, κάποτε ζούσε ένας άντρας που τον έλεγαν Χάρυ, αλλά το κύριο όνομα του ήταν Λύκος της Στέπας. Βάδιζε με τα δυό του πόδια, ντυνόταν κι ήταν ένας άνθρωπος, στην πραγματικότητα όμως ήταν ένας Λύκος της Στέπας. 
Είχε μάθει πολλά από αυτά που μπορούν να μάθουν άνθρωποι με δυνατό μυαλό κι ήταν ένας αρκετά έξυπνος άνθρωπος. Αυτό όμως που δεν είχε κατορθώσει να μάθει ήταν το έξης: να 'ναι ευχαριστημένος με τον εαυτό του και τη ζωή του. 
Έτσι ήταν ένας ανικανοποίητος άνθρωπος. Τούτο συνέβαινε κατά τα φαινόμενα, γιατί κάθε τόσο ήξερε από τα βάθη της ψυχής του (ή πίστευε πως θα μάθει) ότι στην πραγματικότητα δεν ήταν άνθρωπος άλλα ένας λύκος από τη στέπα.  
Για το ζήτημα αυτό θα μπορούσαν πολλοί σοφοί άνθρωποι να διαφωνήσουν αν πραγματικά ήταν ένας λύκος ή αν κάποτε, ίσως πριν από τη γέννηση του, είχε μεταμορφωθεί σε λύκο από άνθρωπο, ή αν είχε γεννηθεί άνθρωπος, αλλά ήταν προικισμένος με ψυχή ενός λύκου της στέπας και απ' αυτήν κατεχόταν γερά, ή αν αυτή η πίστη, πως ήταν πράγματι λύκος, ήταν απλώς μια υποβολή ή μια αρρώστια. Θα 'ταν δυνατό λόγου χάρη, ο άνθρωπος αυτός στα παιδικά του χρόνια να 'ταν άγριος κι ατίθασος και πολύ άταχτος κι οι δάσκαλοι του θα προσπάθησαν να εξουδετερώσουν τη ζωώδη του φύση κι έτσι ακριβώς με τις ενέργειες αυτές θα συνετέλεσαν να δημιουργηθεί μέσα του αυτή η υποβολή και η πίστη του, πως στην πραγματικότητα ήταν ένα ζώο, με τη λεπτή διάκριση φυσικά πως είχε μια αγωγή κι ανθρώπινη συμπεριφορά. 

O ήρωας πασχίζει απεγνωσμένα να 'ρθει σ' επαφή με τη βαθύτερη φύση του. Προσπαθεί να την αναστήσει για να ξαναβρεί τη χαμένη αυτή γνησιότητα αισθημάτων. Tο τίμημα όμως αυτής της εξέγερσης, αυτής της υπέρβασης του μέσου όρου, που σπάει κοινωνικούς συμβιβασμούς και στερεότυπα, είναι η καταδίκη του στην απομόνωση και την απόλυτη μοναξιά. 


O Φρόυντ έλεγε πως ο πολιτισμός είναι πηγή δυστυχίας. O Έσσε αναρωτιέται γιατί. H απάντησή του, με αυτό το συναρπαστικό και συνάμα γοητευτικό μυθιστόρημα, αποδεικνύει ότι ο πολιτισμός της υποκρισίας, του ευνουχισμού, της εκμετάλλευσης και της χρυσωμένης επιφάνειας αλλοτριώνει τη βαθύτερη ουσία του ανθρώπου και σκοτώνει τη γνησιότητα των αισθημάτων του. 


Ο Χέρμαν Έσσε, πέθανε στην Ελβετία στις 9 Αυγούστου 1962, σε ηλικία 85 χρόνων, αφήνοντας πίσω του ένα πολύ σημαντικό έργο αποτελούμενο από ποίηση και διάφορα πεζά όπως τα : Μια ώρα μετά τα μεσάνυχτα (1899), Πέτερ Καμεντσιντ (1904), Κάτω από τον τροχό (1906), Εντεύθεν (1907), Γείτονες (1908), Γερτρούδη (1910), Πλάγιοι Δρόμοι (1912), Ροσάλντε (1912), Κνούλπ (1915), Στο δρόμο (1915), Ντέμιαν (1919), Κλάιν και Βάγκνερ (1919), Το τελευταίο καλοκαίρι του Κλίνγκσορ (1920), Σιντάρτα (1922), Το ταξίδι στη Νυρεμβέργη (1927), Ο λύκος της στέπας (1927), Νάρκισσος και Χρυσόστομος (1930), Ταξίδι στο Μοργκενλαντ (1932), Ώρες στον κήπο (1936), Το παιχνίδι με τις χάντρες (1943).
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 17 Απριλίου 2011

Το πικρόν της ζωής του ταξείδιον

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΚΙΩΝΗ

Είναι δυνατόν ένας ανεκπλήρωτος έρωτας να οδηγήσει έναν άνθρωπο -και μάλιστα επιφανή λόγιο- στο φρενοκομείο και στο θάνατο; Πρόκειται για επιπόλαιη εκτίμηση. Προφανώς υπάρχει προδιάθεση, που με κάποια αφορμή εκδηλώνεται μ' αυτή τη δραματική κατάληξη.

Είναι η περίπτωση του Γεωργίου Βιζυηνού, που 115 χρόνια από το θάνατό του (15 Απριλίου 1896, στα 47 του), έχει επιβιώσει ως ένας από τους σημαντικότερους λογοτέχνες, τα έργα του οποίου διαβάζονται, παρουσιάζονται σε θεατρικές, κινηματογραφικές, τηλεοπτικές μεταφορές - διδάσκουν και τέρπουν. Εργα που συνδυάζουν «με πρωτότυπο και αριστουργηματικό τρόπο τη ρεαλιστική με την ψυχογραφική εμβάθυνση» (κατά το λήμμα του «Λεξικού Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», εκδ. «Πατάκη»).


Ως ποιητής, και μάλιστα βραβευμένος, ξεκίνησε και ήθελε να καταξιωθεί, αλλά τελικά είναι ο πεζογράφος που επικράτησε. «Χωρίς διάθεση παραδοξολογίας, θα μπορούσα να πω ότι η πνευματική ιστορία του Βιζυηνού είναι η ιστορία ενός ποιητή που αποδεικνύεται πεζογράφος», γράφει ο Παναγιώτης Μουλλάς («Το νεοελληνικό διήγημα και ο Γ. Βιζυηνός»). Τα ποιήματά του, ωστόσο, παιδικά σ' ένα μεγάλο μέρος, σημάδεψαν…τα μαθητικά μας χρόνια - μερικά και ως τραγούδια, μαζί με άλλα, μελοποιημένα από συνθέτες, μεταξύ των οποίων ο Γιάννης Σπανός («Παιδί μου ώρα σου καλή») και ο Νίκος Ξυδάκης.
«Το αμάρτημα της μητρός μου», «Ποίος ο φονεύς του αδελφού μου», «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον», «Ο Μοσκώβ Σελήμ», τα γνωστά του διηγήματα-διαμάντια («Ελληνα Ντοστογέφσκι», τον αποκαλεί ο Αγγελος Σικελιανός), με μια θελκτική καθαρεύουσα (και το κρίμα στο λαιμό όσων ρέπουν προς τους μεταγλωττισμούς), με τους διαλόγους μεταξύ απλών ανθρώπων στη δημοτική - που σημαίνει ότι γνώριζε άριστα και τις δύο.

Δεν υπήρξε ιδιαίτερα ευτυχής ο βίος του - που ενδιαφέρει περισσότερο εδώ. Γεννημένος στη Βιζύη της Ανατολικής Θράκης, ορφανός από πατέρα στα 5 του, κατάφερε ωστόσο, προστατευόμενος, να σπουδάσει, κυρίως στο εξωτερικό, αρχικά σε θρησκευτικές σχολές, στη συνέχεια φιλοσοφία, για να καταλήξει υφηγητής φιλοσοφίας στην Αθήνα και καθηγητής δραματολογίας στο Ωδείο. Εκεί και η δεκατετράχρονη μαθήτρια Μπετίνα Φραβασίλη, πλατωνικός του έρωτας.

Στο φρενοκομείο
«Ολα τα όνειρα συγκεντρώνονται επάνω της. Ο παλιός κλονισμός έχει βαθειά ταράξει τη διανόηση του ποιητού», γράφει ο Νικόλαος Βασιλειάδης («Εγκώμιον Γ. Βιζυηνού»). Η κατάστασή του με τον καιρό χειροτερεύει. Ηταν τον Μάρτιο του 1892 να του γίνει μια εκδήλωση στον «Παρνασσό». Μια εβδομάδα νωρίτερα όμως, καταλαμβάνεται από κρίση: «Ηταν στην όψη ωχρός, είχε φυσιογνωμίαν αγριωπά αλλοιωμένην, στα μαύρα μάτια του σαν ένας κόσμος ξωτικός να σπιθοβολούσε και να ζητή να τον αφήσουν μόνον, να πάγη στην παρθένα ερωμένη του και να στιχουργή προχείρους στίχους, να ζητή άνθη, πολλά άνθη, να ράνη, να στεφανώση τους γάμους του». Ο δρόμος για το φρενοκομείο είχε ανοίξει. Για τον κόσμο των γραμμάτων ήταν πλέον νεκρός. Αλλά είχε και καλές στιγμές.
Σε τέτοιες στιγμές έγραψε το ποίημα που αρχίζει με το στίχο «Μέσ' στα στήθια μου η συμφορά» και καταλήγει με το περίφημο δίστιχο «μετεβλήθη εντός μου / και ο ρυθμός του κόσμου...». 

Εκεί στο Δρομοκαΐτειο άφησε την τελευταία του πνοή («συνεπεία μαρασμού, τελευταία περίοδος προϊούσης γενικής παραλύσεως», ενώ αναφέρεται και μια σύφιλη, που είχε αρπάξει στη Γερμανία). Ιδού πώς περιγράφει τις τελευταίες του ημέρες ο Γεώργιος Δροσίνης («Απαντα», «Σκόρπια φύλλα της ζωής μου», τ. 7ος, φιλολογική επιμέλεια Γιάννη Παπακώστα, ΣΔΩΒ): «Τρελός ησυχώτατος, εντελώς ακίνδυνος, και γι' αυτό τον άφηναν να περιφέρεται ελεύθερα μ' έναν φύλακα γύρω στα πεύκα. Δεν είχε συναίσθηση της καταστάσεώς του κ' ενόμιζε πως αυτός ήτον ο φύλακας κι' ο φύλαξ ήτον ο τρελός, που τον είχαν εμπιστευθή στη φύλαξή του. Και τον παρηγορούσε, πως θα γίνη καλά γρήγορα και πως, όταν θα γυρίση στην κοινωνία, θα του δώση θέση στα μεταλλεία του! Γιατί μέσα στην τρέλα του είχε καρφωτή ιδέα για κάποια μεταλλεία δικά του στη Θράκη, που θα τον έκαναν αφάνταστα πλούσιον!
»Τον θάψαμε οι φίλοι του σε τάφο, που παραχώρησεν ο Δήμος Αθηναίων, κοντά στο μεσημβρινό μαντρότοιχο του Νεκροταφείου, λίγο παρέκει από το Λυσικράτειο μνημείο Καραπάνου. Η Ιφιγένεια Συγγρού, που τον συμπαθούσε πολύ, μας έδωσεν όσα χρειάστηκαν για να εξασφαλίσωμε τον τάφο με μια μαρμάρινη πλάκα κ' ένα μαρμάρινο περίζωμα. Θέλαμε να χαράξωμε και κάτι από τους δικούς του στίχους κι' ο Παλαμάς το διάλεξε:
»Κι' αντηχούνε στη μαύρη σιγή / τα πικρά, τα πικρά μου τραγούδια».
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 19 Ιανουαρίου 2011

Ζητείται Ελπίς

….. Ὅταν μπῆκε στὸ καφενεῖο, κεῖνο τὸ ἀπόγεμα, ἤτανε νωρὶς ἀκόμα. Κάθισε σ᾿ ἕνα τραπέζι, πίσω ἀπὸ τὸ μεγάλο τζάμι ποὺ ἔβλεπε στὴ λεωφόρο. Παράγγειλε καφέ.
Σὲ ἄλλα τραπέζια, παίζανε χαρτιὰ ἢ συζητούσανε.
Ἦρθε ὁ καφές. Ἄναψε τσιγάρο, ἤπιε δυὸ γουλιές, κι ἄνοιξε τὴν ἀπογευματινὴ ἐφημερίδα.
Καινούριες μάχες εἶχαν ἀρχίσει στὴν Ἰνδοκίνα. «Αἱ ἀπώλειαι ἑκατέρωθεν ὑπῆρξαν βαρύταται», ἔλεγε τὸ τηλεγράφημα.
Ἕνα ἀκόμα ἰαπωνικὸ ἁλιευτικὸ ποὺ γύρισε μὲ ραδιενέργεια.
«Ἡ σκιὰ τοῦ νέου παγκοσμίου πολέμου ἁπλοῦται εἰς τὸν κόσμον μας», ἦταν ὁ τίτλος μιᾶς ἄλλης εἴδησης.
Ὕστερα διάβασε ἄλλα πράγματα: τὸ ἔλλειμμα τοῦ προϋπολογισμοῦ, προαγωγὲς ἐκπαιδευτικῶν, μιὰ ἀπαγωγή, ἕνα βιασμό, τρεῖς αὐτοκτονίες. Οἱ δυό, γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους. Δυὸ νέοι, 30 καὶ 32 χρονῶ. Ὁ πρῶτος ἄνοιξε τὸ γκάζι, ὁ δεύτερος χτυπήθηκε μὲ πιστόλι.

Ἀλλοῦ εἶδε κριτικὴ γιὰ ἕνα ρεσιτὰλ πιάνου, ἔπειτα κάτι γιὰ τὴ μόδα, τέλος τὴν «Κοσμικὴ Κίνηση»: «Κοκταίηλ προχθὲς...... παρὰ τῷ κυρίῳ καὶ τῇ κυρίᾳ Μ. Τ. Χάρμα εὐμορφίας καὶ κομψότητος ἡ κυρία Β. Χ. μὲ φόρεμα κομψότατο ἐμπριμὲ καὶ τὸκ πολὺ σίκ. Ἐλεγκάντικη ἐμφάνισις ἡ δεσποινὶς Ο. Ν.»

Ἄναψε κι ἄλλο τσιγάρο. Ἔριξε μιὰ ματιὰ στὶς «Μικρὲς Ἀγγελίες»:
ΠΩΛΕΙΤΑΙ νεόδμητος μονοκατοικία, κατασκευὴ ἀρίστη, ἐκ 4 δωματίων, χόλ, κουζίνας, λουτροῦ πλήρους, W.C.
ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ εἰς σοβαρὸν κύριον δωμάτιον εἰς β´ ὄροφον, εὐάερον, εὐήλιον...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ πιάνο πρὸς ἀγοράν...
Σκέψεις γυρίζανε στὸ νοῦ του.
Ἀπὸ τότε ποὺ τέλειωσε ὁ δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, ἡ σκιὰ τοῦ τρίτου δὲν εἶχε πάψει νὰ βαραίνει πάνω στὸν κόσμο μας. Καὶ στὸ μεταξύ, τὸ αἷμα χυνότανε, στὴν Κορέα χτές, στὴν Ἰνδοκίνα σήμερα, αὔριο...
Πέρασε τὸ χέρι του στὰ μαλλιά του. Σκούπισε τὸν ἱδρώτα στὸ μέτωπό του· εἶχε ἱδρώσει, κι ὅμως δὲν ἔκανε ζέστη.
Ὁ πόλεμος, ἡ βόμβα ὑδρογόνου, οἱ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»... Τὸ πανόραμα τῆς ζωῆς!
Δὲν εἶχε ἀλλάξει διόλου πρὸς τὸ καλύτερο ἡ ζωή μας ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο. Ὅλα εἶναι, τὰ ἴδια σὰν καὶ πρίν. Κι ὅμως εἶχε ἐλπίσει κι αὐτός, ὅπως εἶχαν ἐλπίσει ἑκατομμύρια ἄνθρωποι σ᾿ ὅλη τὴ γῆ, πῶς ὕστερ᾿ ἀπὸ τὸν πόλεμο, ὕστερ᾿ ἀπὸ τόσο αἷμα ποὺ χύθηκε, κάτι θ᾿ ἄλλαζε. Πὼς θἀρχόταν ἡ εἰρήνη, πὼς ὁ ἐφιάλτης τοῦ πολέμου δὲ θὰ ἴσκιωνε πιὰ τὴ γῆ μας, πὼς δὲ θὰ γίνονταν τώρα αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, πὼς...
Σουρούπωνε. Μερικὰ φῶτα εἶχαν ἀνάψει κιόλας στὰ μαγαζιὰ ἀντίκρυ. Στὸ καφενεῖο δὲν εἴχανε ἀνάψει ἀκόμα τὰ φῶτα. Τοῦ ἄρεσε ἔτσι τὸ ἡμίφως.
Σκέφτηκε τὴ σύγχυση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸν κόσμο μας σήμερα. Σύγχυση στὸν τομέα τῶν ἰδεῶν, σύγχυση στὸν κοινωνικὸ τομέα, σύγχυση...
Δὲν ἔφταιγε ἡ ἐφημερίδα ποὺ ἔκανε τώρα αὐτὲς τὶς σκέψεις. Τὰ σκεφτότανε ὅλα αὐτὰ τὸν τελευταῖο καιρό, πότε μὲ λιγότερη, πότε μὲ περισσότερη ἔνταση. Σκεφτότανε τὸ σκοτεινὸ πρόσωπο τῆς ζωῆς. Τὴν εἰρήνη, τὴ βαθιὰ τούτη λαχτάρα, ποὺ κρέμεται ἀπὸ μιὰ κλωστή. Σκεφτότανε τὴ φτώχεια, τὴν ἀθλιότητα. Σκεφτότανε τὸ φόβο ποὺ ἔχει μπεῖ στὶς καρδιές.
Στὸν καθρέφτη, δίπλα του, εἶδε τὸ πρόσωπό του. Ἕνα πολὺ συνηθισμένο πρόσωπο. Τίποτα δὲ μαρτυροῦσε τὴν ταραχὴ ποὺ εἶχε μέσα του.
Εἶχε πολεμήσει κι αὐτὸς στὸν τελευταῖο πόλεμο. Καὶ εἶχε ἐλπίσει. Μὰ τώρα ἤτανε πιὰ χωρὶς ἐλπίδα. Ναί, δὲ φοβότανε νὰ τὸ ὁμολογήσει στὸν ἑαυτό του πῶς ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα.
Μιὰ σειρὰ ἀπὸ διαψεύσεις ἐλπίδων ἦταν ἡ ζωή του. Εἶχε ἐλπίσει τότε,...
Εἶχε ἐλπίσει ὕστερα...
Κάποτε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, εἶχε ἐλπίσει στὸν κομμουνισμό. Μὰ εἶχε διαψευσθεῖ κι ἐκεῖ. Τώρα δὲν εἶχε ἐλπίδα σὲ καμιὰ ἰδεολογία!
Ζήτησε ἕνα ποτήρι νερὸ ἀκόμα. Αὐτὴ ἡ διάψευση ἀπὸ τὶς λογῆς-λογῆς ἰδεολογίες ἤτανε βέβαια γενικὸ φαινόμενο. Καὶ παραπάνω ἀπὸ τὴ διάψευση, ἡ κούραση, ἡ ἀδιαφορία, ποὺ οἱ πιὸ πολλοί, ἡ μεγάλη πλειοψηφία νιώθει μπροστὰ στὶς διάφορες ἰδεολογίες.
Κοίταζε τὰ τρόλλεϋ ποὺ περνάγανε ὁλοένα στὴ λεωφόρο, τὸ πλῆθος... Μπροστά του, ἡ ἐφημερίδα ἀνοιχτή. Ὅλα αὐτὰ ποὺ εἶχε δεῖ καὶ πρωτύτερα: ἡ σκιὰ τοῦ καινούριου πολέμου, ἡ Ἰνδοκίνα, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις»...
Τσιγάρα! ἕνας πλανόδιος μπῆκε.
Πῆρε ἕνα πακέτο.
Στὶς ἕξι σελίδες τῆς ἐφημερίδας: ἡ ζωή. Κι αὐτός, ἤτανε τώρα ἕνας ἄνθρωπος ποὺ δὲν ἔχει ἐλπίδα.
Θυμήθηκε, πρὶν ἀπὸ χρόνια, ἤτανε παιδὶ ἀκόμα, εἶχε ἀρρωστήσει βαριὰ μιὰ θεία του, ξαδέρφη τῆς μητέρας του. Τὴν εἴχανε σπίτι τους. Ἦρθε ὁ γιατρὸς· βγαίνοντας ἀπὸ τὸ δωμάτιο τῆς ἄρρωστης, εἶπε μὲ ἐπίσημο ὕφος:
Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς!
Ἔτσι κι αὐτός, τώρα, εἶχε φτάσει στὸ σημεῖο νὰ λέει:
- Δὲν ὑπάρχει πλέον ἐλπίς!
Τοῦ φάνηκε φοβερὸ ποὺ ἤτανε χωρὶς ἐλπίδα. Εἶχε τὴν αἴσθηση πὼς οἱ ἄλλοι στὸ καφενεῖο τὸν κοιτάζανε κι ἄλλοι ἀπὸ τὸ δρόμο σκέφτονταν καὶ ψιθυρίζανε μεταξύ τους: «Αὐτὸς ἐκεῖ δὲν ἔχει ἐλπίδα!» Σὰ νὰ ἦταν ἔγκλημα αὐτό. Σὰ νὰ εἶχε ἕνα σημάδι πάνω του ποὺ τὸ μαρτυροῦσε. Σὰ νὰ ἤτανε γυμνὸς ἀνάμεσα σὲ ντυμένους.
Σκέφτηκε τὰ διηγήματα ποὺ εἶχε γράψει, δίνοντας ἔτσι μιὰ διέξοδο στὴν ἀγωνία του. Ἄγγιζε θέματα τοῦ καιροῦ μας: τὸν πόλεμο, τὴν κοινωνικὴ δυστυχία... Ὡστόσο, δὲν τὸ ἀποφάσιζε νὰ τὰ ἐκδώσει. Φοβότανε! Φοβότανε τὴν ἐτικέτα ποὺ θὰ τοῦ δίνανε σίγουρα οἱ μὲν καὶ οἱ δέ. Ὄχι, ἔπρεπε νὰ τὰ βγάλει. Στὸ διάολο ἡ ἐτικέτα! Αὐτὸς ἦταν ἕνας ἄνθρωπος, τίποτε ἄλλο. Οὔτε ἀριστερὸς οὔτε δεξιός. Ἕνας ἄνθρωπος ποὺ εἶχε ἐλπίσει ἄλλοτε, καὶ τώρα δὲν ἔχει ἐλπίδα, καὶ ποὺ νιώθει χρέος του νὰ τὸ πεῖ αὐτό. Βέβαια, ἄλλοι θἄχουν ἐλπίδα, σκέφτηκε. Δὲν μπορεῖ παρὰ νἄάχουν.
Ξανάριξε μιὰ ματιὰ στὴν ἐφημερίδα: ἡ Ἰνδοκίνα, ἡ «Κοσμικὴ Κίνησις», τὸ ρεσιτὰλ πιάνου, οἱ δυὸ αὐτοκτονίες γιὰ οἰκονομικοὺς λόγους, οἱ «Μικρὲς Ἀγγελίες»...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ γραφομηχανή...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ραδιογραμμόφωνον...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ τζὶπ ἐν καλῇ καταστάσει...
ΖΗΤΕΙΤΑΙ τάπης γνήσιος περσικὸς...
Ἔβγαλε τὴν ἀτζέντα του, ἔκοψε ἕνα φύλλο κι ἔγραψε μὲ τὸ μολύβι του:
ΖΗΤΕΙΤΑΙ ἐλπίς
Ὕστερα πρόσθεσε τὸ ὄνομά του καὶ τὴ διεύθυνσή του. Φώναξε τὸ γκαρσόνι. Ἤθελε νὰ πληρώσει, νὰ πάει κατευθείαν στὴν ἐφημερίδα, νὰ δώσει τὴν ἀγγελία του, νὰ παρακαλέσει, νὰ ἐπιμείνει νὰ μπεῖ ὁπωσδήποτε στὸ αὐριανὸ φύλλο.

Από το ομώνυμο έργο του Αντώνη Σαμαράκη
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή 7 Ιανουαρίου 2011

Επανεκδίδεται το σύνολο του έργου του Νίκου Καζαντζάκη

Τη σύσταση δωδεκαμελούς Εθνικής Επιτροπής, με στόχο την προώθηση της επανέκδοσης των έργων του Νίκου Καζαντζάκη, προχώρησε το Υπουργείο Πολιτισμού, με απόφαση της Γενικής Γραμματέως, Λίνας Μενδώνη.

Η Επιτροπή θα συνεργαστεί με τις εκδόσεις Καζαντζάκη-Πάτροκλος Σταύρου, το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, το Ίδρυμα «Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη», το Ιστορικό Μουσείο Κρήτης, τη Διεθνή Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη καθώς και άλλους φορείς. Το έργο της Επιτροπής θα συντονίζεται από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου, σε συνεργασία με το Ίδρυμα «Μουσείο Νίκου Καζαντζάκη» και τη Διεθνή Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη.

Η Διεθνής Εταιρεία Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, με έδρα τη Γενεύη, είχε αναλάβει εκστρατεία για το θέμα, συγκεντρώνοντας 4.008 υπογραφές προσωπικοτήτων των Γραμμάτων, των Τεχνών, της Πολιτικής και συλλογικών φορέων, από 92 χώρες στις πέντε ηπείρους, που υπέγραψαν την ανοιχτή επιστολή της Εταιρείας προς την Ελληνική Πολιτεία.

Πρώτο μέλημα της Επιτροπής, σύμφωνα με την απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού, θα είναι η επανέκδοση των έργων του Νίκου Καζαντζάκη, με ερμηνευτικά σχόλια και σημειώσεις από έγκυρους μελετητές και με τυπογραφική εμφάνιση που να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες αισθητικές απαιτήσεις. Παράλληλα, η Επιτροπή θα συγκεντρώσει όλα τα ανέκδοτα χειρόγραφα (ημερολόγια, επιστολογραφία κλπ.), αναζητώντας τα όπου και αν βρίσκονται, στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό, σε χέρια ιδρυμάτων ή ιδιωτών. Επίσης, όλα τα κείμενα που έχουν δημοσιευτεί κατά καιρούς σε περιοδικά, επιθεωρήσεις, εφημερίδες κλπ.


Αφού ολοκληρωθεί το έργο της συγκέντρωσης, τα κείμενα θα εκδοθούν σε ενιαίους τόμους, συνοδευόμενα από ερμηνευτικά σχόλια και σημειώσεις ειδικών μελετητών. Όσο για τις μεταφράσεις, όπου είναι αναγκαίο, θα πρέπει να γίνουν εξ’ αρχής στις κυριότερες ξένες γλώσσες από ειδικούς και έμπειρους μεταφραστές. Οι μεταφραστές θα πλαισιώνονται από εκδοτικούς οίκους του εξωτερικού


Την ικανοποίησή του για την απόφαση αυτή του Υπουργείου Πολιτισμού, εκφράζει με δηλώσεις του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, από τη Γενεύη, ο πρόεδρος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Ν. Καζαντζάκη, πρεσβευτής Ελληνισμού, Γιώργος Στασινάκης. 

«Μας χαροποιεί ιδιαίτερα η απόφαση του Υπουργείου Πολιτισμού, που με τη συγκρότηση της Εθνικής Επιτροπής για το έργο του Νίκου Καζαντζάκη έμπρακτα εκφράζει το ενδιαφέρον τής Ελληνικής Πολιτείας για την επανέκδοση των έργων του. Αυτή είναι μία πολύ σημαντική εξέλιξη, που θέτει τέρμα στη θλιβερή κατάσταση, που έχει περιέλθει το έργο τού μεγάλου μας συγγραφέα και στοχαστή, με τη μη έκδοση και επανέκδοση, διακίνηση και μετάφρασή του», επισημαίνει ο κ. Στασινάκης, εκφράζοντας την πεποίθηση ότι όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη, με συναίσθηση της ευθύνης τους, θα συμβάλουν σε μία θετική και ταχεία λύση του προβλήματος. 

Το κόστος των εκδόσεων στα ελληνικά αναλαμβάνουν οι εκδοτικοί οίκοι. Για τις μεταφράσεις, η Επιτροπή θα διερευνήσει τις δυνατότητες που προσφέρουν οι εκδοτικοί οίκοι του εξωτερικού. Υπογραμμίζεται, τέλος, ότι με τις νέες αυτές εκδόσεις ή επανεκδόσεις δεν θίγονται στο ελάχιστο τα πνευματικά δικαιώματα που ανήκουν στους νόμιμους δικαιούχους.

Οι εργασίες τής Επιτροπής, στην οποία συμμετέχουν καθηγητές πανεπιστημίων και διακριμένες προσωπικότητες, θα διαρκέσουν μέχρι την ολοκλήρωση του έργου της.
ΠΗΓΗ :www.enet.gr Διαβάστε περισσότερα...