Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 19 Δεκεμβρίου 2015

Τέχνη

Τάσος Λειβαδίτης
Έζησα τα πάθη σα μια φωτιά, 
τάδα ύστερα να μαραίνονται 
και να σβήνουν, 
και μ' όλο που ξέφευγα απόνα κίνδυνο, 
έκλαψα 
γι' αυτό το τέλος που υπάρχει σε όλα. 
Δόθηκα στα πιο μεγάλα ιδανικά, μετά τ' απαρνήθηκα, 
και τους ξαναδόθηκα ακόμα πιο ασυγκράτητα. 
Ένοιωσα ντροπή μπροστά στους καλοντυμένους, και θανάσιμη ενοχή για όλους τους ταπεινωμένους και τους φτωχούς, 
είδα τη νεότητα να φεύγει, να σαπίζουν τα δόντια, θέλησα να σκοτωθώ, από δειλία ή ματαιοδοξία, συχώρεσα εκείνους που με σύντριψαν, 
έγλυψα εκεί που έφτυσα, 
έζησα την απάνθρωπη στιγμή, όταν ανακαλύπτεις, πλέον αργά, ότι είσαι ένας άλλος από κείνον που ονειρευόσουνα, 
ντρόπιασα τ' όνομά μου για να μη μείνει ούτε κηλίδα εγωισμού απάνω μου ― κι ήταν ο πιο φριχτός εγωισμός. 
Tις νύχτες έκλαψα, συνθηκολόγησα τις μέρες...........
αδιάκοπη πάλη μ' αυτόν τον δαίμονα μέσα μου που τα ήθελε όλα, 
τούδωσα τις πιο γενναίες μου πράξεις, τα πιο καθάρια μου όνειρα και πείναγε, 
τούδωσα αμαρτίες βαρειές, τον πότισα αλκοόλ, χρέη, εξευτελισμούς, και πείναγε. 
Bούλιαξα σε μικροζητήματα φιλονίκησα για μιας σπιθαμής θέση, κατηγόρησα, 
έκανα το χρέος μου από υπολογισμό, 
και την άλλη στιγμή, χωρίς κανείς να μου το ζητήσει έκοψα μικρά-μικρά κομάτια τον εαυτό μου και τον μοίρασα στα σκυλιά. 
 Tώρα, κάθομαι μες στη νύχτα και σκέφτομαι, πως ίσως πια μπορώ να γράψω ένα στίχο, 
αληθινό.

Απαγγέλει η ηθοποιός Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Μουσική επένδυση από την Ευανθία Ρεμπούτσικα
Τάσος Λειβαδίτης - Τέχνη. Ποίηση. Τόμος Πρώτος 1950-1966
www.onlytheater.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 13 Ιουλίου 2015

Στ’ αστεία παίζαμε! - Μανώλης Αναγνωστάκης

Στ’ αστεία παίζαμε! 

Δε χάσαμε μόνο τον τιποτένιο μισθό μας 
Μέσα στη μέθη του παιχνιδιού σάς δώσαμε και τις γυναίκες μας 
Τα πιο ακριβά ενθύμια που μέσα στην κάσα κρύβαμε 
Στο τέλος το ίδιο το σπίτι μας με όλα τα υπάρχοντα. 
Νύχτες ατέλειωτες παίζαμε, μακριά απ’ το φως της ημέρας 
Μήπως πέρασαν χρόνια; σαπίσαν τα φύλλα του ημεροδείχτη 
Δε βγάλαμε ποτέ καλό χαρτί, χάναμε χάναμε ολοένα 
Πώς θα φύγουμε τώρα; πού θα πάμε; ποιός θα μας δεχτεί; 
Δώστε μας πίσω τα χρόνια μας δώστε μας πίσω τα χαρτιά μας 
Κλέφτες! 
Στα ψέματα παίζαμε!

ΠΗΓΗ : http://www.greek-language.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 8 Μαρτίου 2015

Γυναίκες - Τάσος Λειβαδίτης

“…Φτωχές γυναίκες, μοδίστρες, δακτυλογράφοι, ασπρορουχούδες, 
τίμιες ή σπιτωμένες, 
ακόμα κι άλλες εκείνες του σκοινιού και του παλουκιού, 
γυναίκες του ανέμου, της βροχής, του κουρνιαχτού, 
νιώσαμε το φόβο που κρύβεται καμιά φορά πίσω από την αγνότητα, 
την κούραση πίσω από την καλοσύνη ή την αδιαφορία πίσω απ’ την υπακοή. 

 Μα πιο πολύ νιώσαμε την αδυναμία 
που κρύβεται πίσω απ’ την κακία. 
Συχνά μας άφησαν εκείνοι που αγαπούσαμε 
πολλές, πάνω στη τρέλα τους, τους ρίξανε βιτριόλι, 
οι πιο πολλές βέβαια κλάψαμε, χτυπηθήκαμε, 
μα φροντίσαμε σύντομα να βρούμε έναν άλλον, 
γιατί τα χρόνια περνάνε… 
 Αν μας έβλεπε κανείς το βράδυ, 
όταν μένουμε μονάχες 
και βγάζουμε τις φουρκέτες, τις ζαρτιέρες, 
και κρεμάμε στην κρεμάστρα το πανωφόρι 
κι αυτήν τη βαμμένη μάσκα 
που μας φόρεσαν, εδώ και αιώνες τώρα, οι άντρες για να τους αρέσουμε –
αν μας έβλεπαν, θα τρόμαζαν μπροστά σε τούτο το γυμνό, κουρασμένο πρόσωπο. 

 Αχ, γυναίκες έρημες, κανείς δεν έμαθε ποτέ 
πόση αγωνία κρύβεται πίσω απ’ τη λαγνεία, ή την υστεροβουλία μας. 
Και πάντα γυρεύαμε το καλύτερο…. 
Συχνά καταφύγαμε και στις χαρτορίχτρες, 
τρέχουμε στα μέντιουμ να μάθουμε- τι να μάθουμε; 
Διαβάζουμε καθημερινά το ωροσκόπιο στις εφημερίδες, 
πηγαίνουμε σε διάφορους ύποπτους αστρολόγους… 
λοιπόν πού πάμε; Από πού ερχόμαστε; 
Τι ψάχνουμε παλεύοντας αιώνια 
με τα έξω και τα μέσα μας στοιχεία; 

 Ερχόμαστε απ’ το φόβο και το φόνο, 
απ’ το αίμα και την επανάληψη. 
Ερχόμαστε απ’ την παλαιολιθική αρπαγή- 
κι αρχίζουμε την ανθρώπινη φιλία. 

 Τέλος, ύστερα από πολλά, παντρευόμαστε, 
κάνουμε κάμποσες εκτρώσεις, αρκετά παιδιά, 
ύστερα έρχεται η κλιμακτήριος, οι μικρονευρασθένειες, 
κι ύστερα τίποτα. Όλα καταλαγιάζουν μέσα μας. 
Κι επιθυμίες κι αναμνήσεις- αχ περνάει γρήγορα η ζωή, 
ούτε το καταλαβαίνεις. 

 Τα παιδιά ζούνε σ’ ένα δικό τους κόσμο, 
δε μας ξέρουν παρά μονάχα σα μητέρες, 
δεν μπόρεσαν να μας δουν ποτέ λίγο κι εμάς σαν ανθρώπους- 
με τις μικρότητες ή τις παραφορές τους. 

 Έτσι ζήσαμε. Αγνοημένες και μονάχες 
μέσα στο εσωτερικό μας πάθος, 
αγνοημένες κι έρημες μέσα στην ιερότητα της μητρότητάς μας…” 

 (Τάσος Λειβαδίτης, απόσπασμα από το «Καντάτα 1960», Ποίηση, τ. 1, Κέδρος)
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 22 Ιανουαρίου 2015

Γιάννης Κοντός - Ο αθλητής του τίποτα (απόσπασμα)

Τρέχει. Τρέχει με αντίθετο άνεμο. 
Περνά βουνά, λίμνες, πόλεις. 
Δυσκολίες και δυσκολίες. 
Φωτιές, πολέμους, γκρίνιες, οικογένειες. 
Λίγες ομορφιές όταν σταματάει να πιει νερό. 
Τις βλέπει για λίγο, τις πιάνει, ξεχνιέται. 
Και πάλι το κυνηγητό, η κομμένη ανάσα, 
οι αποσπασματικές εικόνες, τραίνα που περνάν 
με χαρούμενους ανθρώπους. 
Και αυτός σαν κυνηγημένος 
να προσπαθεί ταυτόχρονα και άλλα αθλήματα. 
Να έρχεται τελευταίος με την ψυχή στο στόμα, 
να μην τον βλέπει κανείς, 
γιατί οι θεατές έχουν ήδη διαλυθεί. 
Με βροχές, με χιόνια, με ήλιους, 
το σώμα αντέχει, το μυαλό πετάει. 
Άλλοτε ξεχνάει - άλλοτε θυμάται. 
Σε μια στάση για να δει το φεγγάρι, 
συνέχεια σκέπτεται: το βιολέ απόβραδο, 
τα χάδια και τις υποσχέσεις. 
Και τρέχει, τρέχει, 
ενώ οι άλλοι συναθλητές του έχουν τερματίσει 
και σάρωσαν βραβεία και ιαχές. 
Αυτός μόνος τον κύκλο του χρόνου τρέχει. 
Χρόνος σε ευθεία ή τεθλασμένη ή σπείρα. 
Δεν κοιτάζει πίσω το ποίημα, 
γιατί τον ακολουθούν μύγες, ακρίδες 
και μολυσμένος αέρας του πολιτισμού.
Περνώντας βλέπει δέντρα και ουρανό, 
βλέπει πουλιά, χαμογελά 
και λέει να δραπετεύσει, να πετάξει. 
Αλλά δεν γίνεται, 
είναι προγραμματισμένος γι αυτόν το ρόλο. 
Το ρόλο του δρομέα με το άγνωστο τέρμα. 
Νύχτα και μέρα αναβοσβήνουν. 
Τα μάτια του συνήθισαν σ' αυτό το λυκόφως. 
Ήρωας του Σάμουελ Μπέκετ 
δεν το φαντάστηκε ποτέ ότι θα γίνει. 
Τώρα πλησιάζει σε ένα σκοτάδι 
που αυτός το βλέπει άπλετο φως. 
Φουσκωμένα τα μάγουλα από την προσπάθεια, 
είναι σαν να φουσκώνει τα πανιά της Αργοναυτικής Εκστρατείας. 
Πάει και πάει. 
Το πέλμα θυμάται το πριν και το μετά 
αμετάκλητα. 
Γίνεται τροχός, βγάζει σπίθες και πείσμα του έρωτος. 
Το τέρμα σφίγγεται βίδα στο άπειρο ή στην κάθε μέρα. 
Ένας διασκελισμός 
και χάνεται στην αβεβαιότητα του τέλους. 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ : ΑΠΟ ΤΟ "Αθλητής του τίποτα" - ΚΡΑΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΙΟ ΠΟΙΗΣΗΣ 1998

Πηγή : iovilaio.blogspot.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 28 Φεβρουαρίου 2013

Θα γεννηθώ ξανά - Κώστας Βάρναλης

Αν από 'δώ σ’ αφήσουν 
κι αν εκεί σε δεχτούνε, 
θ’ αλλάξεις φυλακή. 
Ανάσα πουθενά του δουλευτή που προσκυνά, 
ο φτωχός, να βολευτεί! 

Θα γεννηθώ ξανά 
όπως θέλω κι όσο μπορώ 
και θέλω εγώ να μεγαλώσω. 
Τι τα θέλεις φτερά και πλοία κι οδό; 
Ο ελεύθερός σου κόσμος είν’ εδώ, 
κόσμος θανάτου, απάτης και φαλλού ! 

Όλα τα ‘χεις γιατί να πας αλλού! 
 Χιλιάδες μίλια πέρα, αιώνες πίσω, 
φτηνά το κρέας πουλιέται τ’ ανθρωπίσο! 
Ξεν’ οι λαοί στον τόπο τους και δούλοι, 
χωρίς πατρίδα, πάντα «οχτροί και μούλοι»! 

Όπου να πας, ξένος και δούλος, 
κι όπου σταθείς, θα χάνεις κάθε αξία του ανθρώπου. 
Αλλού αν γεννηθείς, 
αλλού κι αν πας, 
παντού θα σε χτυπούν, αν δεν χτυπάς! 

 Πουθενά δε θα μείνεις. 
Κάθε λίγο θα παίρνεις το δισάκι σου :
 «Θα φύγω !» 
Οι αλυσίδες σου στο ‘να το σακί, 
στ’ άλλο ο τάφος σου – κι ώρα σου κακή !
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 14 Φεβρουαρίου 2013

Έρωτας κι έρωτας ξανά - Derek Walcott

Θα ’ρθει καιρός
που μ’ έξαρση
θα καλωσορίζεις τον εαυτό σου
σαν θα φτάνεις στη δική σου πόρτα, 
στον δικό σου καθρέφτη, 
κι ο ένας χαμογελώντας θα καλωσορίζει τον άλλο
και κάτσ’ εδώ θα λέει. Τρώγε. 

Θ’ αγαπήσεις ξανά τον ξένο
που ήταν ο εαυτός σου. 
Δώσε κρασί. Δώσε ψωμί. 

Δώσε πίσω την καρδιά σου στον εαυτό της, 
στον άγνωστο που σ’ αγάπησε….
όλη σου τη ζωή, 
που εσύ αγνόησες για κάποιον άλλο, που σ’ έχει αποστηθίσει. 

Κατέβασε τα ερωτικά γράμματα απ’ το ράφι, 
τις φωτογραφίες, τα απελπισμένα σημειώματα, 
ξεφλούδισε από τον καθρέφτη την εικόνα σου. 
Κάθισε. Απόλαυσε τη ζωή σου.
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2013

Των κεκοιμημένων

Ας πούμε ένα τραγούδι σιγανό, 
καθώς αρμόζει στους κεκοιμημένους, 
ενώ φτερά πουλιών γεμίζουν τον αέρα 
κι αυτοί περνούν σκυφτοί σηματοδότες 
και βγαίνουν σε υπόγειες διαβάσεις. 
Πάλι σκοτάδι, πάλι της ψυχής 
τ’ απόκρημνα φαράγγια 
κι ο ήλιος με παλάμες κάρβουνο 
να τους πατάει, 
ώσπου βουτάνε στα νερά και κρύβονται. 

 Κι όμως γελούσαν στα νοσοκομεία, 
δε βρίσκανε το φαγητό του γούστου τους, 
βλέπανε τηλεόραση, 
έκαναν σχέδια για ένα μέλλον 
που κανείς δεν τους υπόσχονταν. 
Ούτε οι γιατροί με το φθαρμένο κύρος 
ούτε οι δικοί τους με την αναπόδεικτη αγάπη 
και μόνον οι οροί τούς λέγαν την αλήθεια 
στάζοντας μέρα και νύχτα τα χημικά του χάρου 
μες στο αίμα τους.

Ας πούμε ένα τραγούδι σιγανό, 
καθώς φτερά πουλιών γεμίζουν τον αέρα 
κι αυτοί βουτάνε στα νερά και κρύβονται, 
ενώ το φως επάνω τρέχει σε πλάτες και μαλλιά 
και συντηρεί τα ζώα και τα χόρτα, 
μα προπαντός τα λέπια του. 

 Μιχάλης Γκανάς, από τη συλλογή «Γυάλινα Γιάννενα», 1989
Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 21 Ιουλίου 2012

ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Δωροδοκούμε τους πάντες για ν' ακροβατήσουμε.
Με μάτια κλειστά σημαδεύοντας την άκρη.

Προκαταβάλλουμε το τίμημα ολόκληρο
για τις παραγγελίες που δίνουμε
στην ανοιχτή αγορά της μνήμης.
Με μια προτίμηση στα τραύματα.
Τα απλά αινίγματα της φύσης.

Να κόβεις τις φλέβες σου
για να τρέξει περισσότερο το αίμα
και να σε παίρνει ο ύπνος.

Ψωνίζουμε με έκπτωση στα παζάρια του κρέατος.
Για το αίμα που χύνεται
στις απρόβλεπτες γωνίες της ζωής μας.


Για τα κόκαλα που.....γλείφουν τα σκυλιά
στα σχεδιασμένα ατυχήματα της Ιστορίας.

Σφυρίζοντας ανομολόγητα μοιρολόγια
- δαγκώνοντας το έμβρυο της φωνής -
κομματιάζουμε
με δάχτυλα κοφτερά
μνήματα της γλώσσας.

Νοήματα αναλφάβητα του σώματος.

Που μας γειώνουν στην απουσία πού ψηλαφούμε.
Με την ταχύτητα της ύλης που γίνεται καημός.

Τίμημα αθανασίας
στους ανθισμένους γκρεμούς
που παίζουμε και πέφτουμε πάντοτε.

(Ξυπόλυτοι. Πόδια, χέρια, στήθια. Κοιλιά.
Πλάτη, μασχάλες, λαιμός. Χείλη, γλώσσα, δόντια.
Μάγουλα. Μάτια.)

Στην ανθηρότητα της λήθης
με σάρκα και οστά.

Μετέωρο χώμα.
Λίπασμα καλό.

Παναγιώτης Κερασίδης
-η λέξη, τχ. 183-
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 10 Ιουλίου 2012

Αν…



Αν να κρατάς καλά μπορείς το λογικό σου,
όταν τριγύρω σου όλοι τα ΄χουν χαμένα
και σ’ εσέ της ταραχής τους ρίχνουν την αιτία.
Αν να εμπιστεύεσαι μπορείς τον ίδιο τον εαυτό σου
όταν ο κόσμος δε σε πιστεύει
κι’ αν μπορείς να του σχωρνάς αυτή τη δυσπιστία.
Να περιμένεις αν μπορείς δίχως να χάνεις την υπομονή σου,
κι’ αν άλλοι σε συκοφαντούν
να μην καταδεχτείς ποτέ το ψέμμα,
κι’ αν σε μισούν, εσύ ποτέ σε μίσος ταπεινό να μην ξεπέσεις,
μα να μην κάνεις τον καλό η τον πολύ σοφό στα λόγια.


Αν να ονειρεύεσαι μπορείς και να μην είσαι δούλος των ονείρων,
αν να στοχάζεσαι μπορείς δίχως να γίνει ο στοχασμός σκοπός σου,
αν ν’ αντικρύζεις σου βαστά το θρίαμβο και τη συμφορά παρόμια
κι’ όμοια να φέρνεσαι σ’ αυτούς τους δυό τυραννικούς απατεώνες, …

αν σου βαστά η ψυχή ν’ ακούς όποιαν αλήθεια εσύ είχες ειπωμένη, 
παραλλαγμένη απ’ τους κακούς, για να ναι για τους άμυαλους παγίδα 
ή συντριμμένα να θωρείς όσα σούχουν ρουφήξει τη ζωή σου 
και πάλι να ξαναρχινάς να χτίζεις μ’ εργαλεία πούναι φθαρμένα.

Αν όσα αποχτήσεις μπορείς σ’ ένα σωρό μαζύ να τα μαζέψεις 
και δίχως φόβο, μονομιάς κορώνα η γράμματα όλα να τα παίξεις 
και να τα χάσεις και απ’ αρχής, ατράνταχτος να ξεκινήσεις πάλι 
και να μη βγάλεις και μιλιά γι’ αυτό τον ξαφνικό χαμό σου. 
Αν νεύρα και καρδιά μπορείς και σπλάχνα και μυαλό όλα να τα σφίξεις 
να σε δουλέψουν ξαναρχής, κι’ ας είναι από πολύν καιρό σωσμένα 
και να κρατιέσαι πάντα ορθός, όταν δεν σούχει τίποτε απομείνει 
παρά μονάχα η θέληση, κράζοντας σε όλα αυτά «βαστάτε».

Αν με τα πλήθη να μιλάς μπορείς και να κρατάς την αρετή σου, 
με βασιλιάδες να γυρνάς, δίχως απ’ τους μικρούς να ξεμακραίνεις. 
Αν μήτε φίλοι, μήτ’ εχθροί μπορούνε πιά ποτέ να σε πειράξουν, 
όλο τον κόσμο αν αγαπάς, μα και ποτέ παρά πολύ κανένα. 
Αν του θυμού σου τις στιγμές, που φαίνεται αδυσώπητη η ψυχή σου, 
μπορείς ν’ αφήσεις να διαβούν την πρώτη ξαναβρίσκοντας γαλήνη, 
δική σου θάναι τότε η Γη,
μ’ όλα και μ’ ό,τι πάνω της κι’ αν έχει 
και κάτι ακόμα πιο πολύ: 
Άντρας αληθινός θάσαι, παιδί μου.


Ράντυαρντ Κίπλινγκ
Μετάφραση από το Αγγλικό κείμενο : Κώστας Βάρναλης


(Είναι ίσως το πιο δημοφιλές ποίημα στον κόσμο. Μα είναι τόσο αληθινό, που σε πείθει και το «υποθετικό» γίνετε «πραγματοποίηση», εθελουσίως!)

Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 9 Ιουλίου 2012

Απαλλαγμένος από κάθε ηθική

Απαλλαγμένος από κάθε ηθική
επιστρέφω στη γη να επιτελέσω ένα καθήκον.
Να γίνω ένα με τη σκληρή πραγματικότητα.
Πλάνη;;; Μπορεί...
Η εποχή που ανατέλλει είναι αμείλικτη.
Εγώ, πάντως, μπορώ να πω, ότι νίκησα∙
σβήστηκαν όλες οι απαίσιες αναμνήσεις.
Πρέπει να είσαι, οπωσδήποτε, στο πνεύμα της εποχής.
Τέρμα οι ευλογίες και τα ευλογητάρια∙
κράτα το κερδισμένο έδαφος.
Το πρόσωπό μου, ρούφηξε το ξεραμένο αίμα.
Πίσω μου, το τίποτα...
Ααα!!!
Μόνο, ένα...Άθλιο δεντράκι...
Οι αγώνες του πνεύματος είναι εξίσου άγριοι με τους
πολέμους των ανθρώπων.
Και είμαστε μόνο, στην αρχή...
Αγαπημένο χέρι(;)
τί να πω γι' αυτό... Γελάω! Μπορώ να γελάω με τις παλιές μου, ερωτικές απογοητεύσεις.
Εκεί κάτω, αντίκρισα, την κόλαση των γυναικών και
δικαιούμαι να συλλάβω την...Αλήθεια,
σε μια ψυχή
και ένα σώμα.
Πρέπει να είσαι, οπωσδήποτε, στο πνεύμα της εποχής.
Θα συνηθίσω...
Θα συνηθίσω...
Θα συνηθίσω...

Αρθούρος Ρεμπώ/Arthur rimbaud
Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 18 Ιουνίου 2012

Είμαι ένα πρόχειρο γιοφύρι…

Σκύβω κι αφουκράζουμαι
την πολεμική τούτη κραυγή στα σωθικά μου.
Αρχίζω και μαντεύω το πρόσωπο του αρχηγού,
ξεκαθαρίζω τη φωνή του,
δέχουμαι με χαρά και με τρόμο τις σκληρές εντολές του.


Ναι, ναι, δεν είμαι τίποτα.
Ένας αχνός φωσφορισμός απάνω στην ογρή πεδιάδα,
ένα άθλιο σκουλήκι που σούρνεται κι αγαπάει,
φωνάζει και μιλάει για φτερούγες, μια ώρα, δυο ώρες,
κι ύστερα το στόμα του φράζει με χώματα.
Αλλη απόκριση οι σκοτεινές δυνάμες δε δίνουν.


Μα μέσα μου, μια κραυγή ανώτερη μου φωνάζει αθάνατη.
Τι, θέλοντας και μη, είμαι κι εγώ, σίγουρα,
ένα κομμάτι από τ' ορατό κι αόρατο Σύμπαντο.
Είμαστε ένα. Οι δυνάμες που δουλεύουν εντός μου,
οι δυνάμες που με σπρώχνουν και ζω,
οι δυνάμες που με σπρώχνουν και πεθαίνω
είναι, σίγουρα, και δικές του δυνάμες….

Δεν είμαι ένα μετέωρο αρίζωτο στον κόσμο. 
Είμαι χώμα από το χώμα του και πνοή από την πνοή του. 

Δε φοβούμαι μοναχός, δεν ελπίζω μοναχός, 
δε φωνάζω μοναχός μου. 
Μια παράταξη μεγάλη, μια φόρα του σύμπαντου 
φοβάται, ελπίζει, φωνάζει μαζί μου. 

Είμαι ένα πρόχειρο γιοφύρι, 
και Κάποιος αποπάνω μου περνάει 
και γκρεμίζουμαι ξοπίσω του. 

Ένας Αγωνιστής με διαπερνάει, 
τρώει τη σάρκα μου και το μυαλό μου, 
ν' ανοίξει δρόμο, να γλιτώσει από μένα. 
Όχι εγώ, Αυτός φωνάζει!

Νίκος Καζαντζάκης - Ασκητική
Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 17 Ιουνίου 2012

H μπαλάντα της φυλακής του Ρέντιγκ

Μα κι ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
και πρέπει αυτό απ’ όλους ν’ακουστεί.
Άλλοι με κολακεία σε σκοτώνουν
κι άλλοι με ματιά φαρμακερή.
Μ’ ένα φιλί σκοτώνουν οι δειλοί,
κι οι γενναίοι άνδρες με σπαθί.


Νέοι σκοτώνουν άλλοι την αγάπη τους
κι άλλοι σαν γενούνε γέροι.
Με χέρι Λαγνείας άλλοι τήνε πνίγουνε
κι άλλοι με Πλούτου χέρι.
Κι επειδή πιο γρήγορα παγώνει έτσι το κορμί,
οι πονόψυχοι σκοτώνουν με μαχαίρι.


Άλλοι για λίγο ερωτεύονται κι άλλοι για πολύ.
Άλλοι τον Έρωτα πουλάνε κι άλλοι τον αγοράζουν.
Άλλοι με βουρκωμένα μάτια τον σκοτώνουνε
κι άλλοι βουβοί τον αφανίζουν.
Κι ενώ ο καθείς σκοτώνει ό,τι αγαπάει,
όλοι ωστόσο δεν πεθαίνουν.
……

Μαύρα μεσάνυχτα πάντα είχαμε μες στην καρδιά μας,
και στο κελί μας μέσα αυγή,
και τον τροχό γυρίζαμε και ξεφτίζαμε το σχοινί,
ο καθείς στην Κόλασή του μέσα την ατομική.
Μα είναι πολύ πιο τρομερή η σιωπή
από καμπάνας μπρούτζινης αντήχηση βροντερή.
……

Ποτέ δεν είδα άνθρωπο ν’αγναντεύει,
με λαχτάρα τόση στη ματιά,
αυτό που οι κατάδικοι ονομάζουν ουρανό,
την οθόνη εκεί ψηλά τη θαλασσιά,
και κάθε συννεφάκι που αρμενίζει
όμοιο με πλεούμενο με ασημί πανιά.
……

Δεν ξέρω αν οι νόμοι είναι άδικοι
ούτε και δίκαιοι αν είναι ή σωστοί,
μα κείνο που όλοι οι καταδικασμένοι το γνωρίζουνε,
είναι πως δεν μπορούν τα τείχη να περάσουν ζωντανοί,
και πως κάθε μέρα σαν χρόνος μοιάζει,
χρόνος δίχως τέλος και αρχή.
……

Yet each man kills the thing he loves
By each let this be heard
Some do it with a bitter look
Some with a flattering word 
The coward does with a kiss
The brave man with a sword»


Όσκαρ Ουάιλντ (Ένα ποίημα που περιέχει σκοτεινιά και θλίψη, ελπίδα και μεγαλείο. Ο έρωτας για έναν άνθρωπο, για τη ζωή, ακόμα και για τον ουρανό που μπορεί να βλέπει κανείς λίγα λεπτά μόνο κάθε μέρα σε μια βόλτα στην αυλή της φυλακής, στην αυλή του σπιτιού, πίσω από το παράθυρο μιας πολυκατοικίας, πίσω από τη δική μας προσωπική φυλακή.- Εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος)

ΠΗΓΗ : solutioperfecta.com

Διαβάστε περισσότερα...

Κυριακή 10 Ιουνίου 2012

Τρομαγμένοι στεκόμαστε στα κάγκελα

Μελαγχολία


Τρομαγμένοι στεκόμαστε στα κάγκελα
Κι αναμετρούμε τα συμβάντα.
Κορόνες και χρυσά κιονόκρανα
Κατρακυλούν από την τελευταία κιθάρα

Μετράμε ακόμα μια φορά τις γυναίκες
Και τα αστέρια εορταστικά
Ώσπου της αγχόνης το πουλί στη στέγη
Δυνατά και συνεχώς κραυγάζει: Φρίκη!
Και το παιχνίδι ρολόι του κόσμου χτυπά
Γρήγορα και πιο γρήγορα φωναχτά.
Εκατό χιλιάδες στέκονται αμυνόμενοι
Γύρω από το δέντρο του κόσμου, που λυγίζει.
Κι ώρα την ώρα φτερουγίζει
Μια μαύρη κάργια.
Πίσω στη θλιμμένη χώρα
Τραβάει ο ήλιος στο χαμό!

Eugen Gottlob Winkler- Όιγκεν Γκότλομπ Βίνκλερ (1912-1936) 
μετάφραση: Σωτήρης Ε. Γυφτάκης

~ Γερμανόφωνη Ποίηση - Μέρος Δεύτερο (εκδ. λεξίτυπον, 2009)

Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο 2 Ιουνίου 2012

Διάλογοι.....

[ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΟΝΑΞΙΕΣ]
Ω, πες μου, Νύχτα, εσύ, παλιά ερωμένη,
που μου φέρνεις το τέμπλο των ονείρων μου,
άδειο σαν πάντα κι έρημο, με μόνο
το φάντασμα μου μέσα,
τη φτωχή μου σκιά να θλίβεται
πάνω απ' τη στέπα, κάτω από τον πύρινο ήλιο
ή να νείρεται πίκρες
σ' όλων των μυστηρίων τις φωνές,
πες μου, παλιά ερωμένη, πες μου αν ξέρεις,
δικά μου αν είναι τα δάκρυα που χύνω.
Κι η Νύχτα μού αποκρίθη:
«Ποτέ δε μου 'χες πει το μυστικό σου.
Δεν ήξερα ποτέ μου, αγαπημένε,
αν είσ' εσύ τούτο το φάντασμα του ονείρου σου
κι αν η φωνή του ήταν δική σου
ή ήταν φωνή κάποιου γελοίου παλιάτσου».


Είπα στη Νύχτα «Ψεύτρα αγαπημένη,
ξέρεις το μυστικό μου'
έχεις δει τη βαθιά σπηλιά όπου φτιάχνει
τα κρύσταλλά του τ' όνειρό μου
και ξέρεις πως δικά μου είναι τα........δάκρυα
και τον παλιό μου πόνο εσύ τον ξέρεις».

«Δεν ξέρω, αγαπημένε», μου 'πε η Νύχτα,
«το μυστικό σου δεν το ξέρω,
αν κι είδα αυτό το φάντασμα που λες
να πλανιέται μονάχο στ' όνειρό σου.
Κοντοζυγώνω τις ψυχές σαν κλαίνε
κι ακούω την προσευχή τους την κρυφή,
μοναχική και ταπεινή,
αυτήν που αληθινό ψαλμό ονομάζεις,
μα στους υπόγειους θόλους της ψυχής
δεν ξέρω αν εΐν' ηχώ ή φωνή το κλάμα.

Για ν' ακούσω τον πόνο από τα χείλη σου
στ' όνειρό σου σε γύρεψα
και σ' είδα να πλανιέσαι εκεί σ' έναν αβέβαιο
λαβύρινθο από κάτοπτρα».


Antonio Machado
*μτφ: Ηλίας Ματθαίου
-Ανθολογία Ισπανικής Ποίησης (ΧΙΙ-ΧΧ αιώνας)-


ta-parakeimena.blogspot.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 23 Μαΐου 2012

Στον αναγνώστη

Η ανοησία, αμάρτημα, η απληστία κι η πλάνη
κυριεύουνε τη σκέψη μας και φθείρουν το κορμί μας
κι ευχάριστα τις τύψεις μας θρέφουμε στη ψυχή μας,
καθώς που θρέφουν πάνω τους τις ψείρες οι ζητιάνοι.


Στα μετανιώματα άναντροι κι αμαρτωλοί ως την άκρια
ζητάμε πληρωμή ακριβή για κάθε μυστικό μας
και ξαναμπαίνουμε εύκολα στον βούρκο τον παλιό μας,
θαρρώντας πως ξεπλένεται με τα δειλά μας δάκρυα.


Πάνω απ'το προσκεφάλι μας ο Σατανάς γερμένος,
πάντα στα μάγια του Κακού το νου μας νανουρίζει
την πιο ατσαλένια θέληση με μιας την εξατμίζει,
αυτός ο μέγας χημικός, ο Τετραπερασμένος….

Ο Διάολος, το νήμα αυτός κρατάει που μας κουνάει!
Τα πράματα τα βρομερά πιότερο τ’ αγαπάμε
κι όλο προς την Κόλαση κάθε στιγμή τραβάμε,
με δίχως φρίκη, ανάμεσα στο σκότος που βρομάει.

Σα τον φτωχό ξεφαντωτή που πιπιλάει με ζάλη
μιας παλιάς πόρνης αγκαλιά, χιλιοβασανισμένη,
κλεφτά αρπάζουμε κι εμείς καμιά ηδονή θλιμμένη
που τηνε ξεζουμίζουμε σα σάπιο πορτοκάλι.

Σαν ένα εκατομμύριο σκουλήκια, μυρμηγκώντας,
μες στο μυαλό μας κραιπαλουν του Δαίμονα τα πλήθη,
κι όταν ανάσα παίρνουμε, ο Θάνατος στα στήθη
σαν αυλός ποταμός κυλάει, σιωπηλά θρηνώντας.

Αν το φαρμάκι κι η φωτιά κι η βία και το μαχαίρι
δεν έχουνε τα φανταχτά κεντίδια ακόμα κάνει
στο πρόστυχο της μοίρας μας και άθλιο καμβοπάνι
είναι που λείπει απ'την ψυχή μας το θάρρος-κι απ'το χέρι.

Μα μες στις σκύλες, τους σκορπιούς, τα φίδια, τα τσακάλια,
τους πάνθηρες, τους πιθήκους, τους γύπες, τα θηρία,
που γρούζουν, σέρνονται, αλυχτούν κι ουρλιάζουν με μανία
μες στων παθών μας τ’ άτιμο κλουβί, προβαίνει αγάλια,
θεριό πιο βρώμικο, κακό, την ασχήμια να δείξει!

Κι αν δε σαλεύει κι ούτε ακούει κανένας το ουρλιαχτό του,
όλη τη γης θα ρήμαζε, και στο χασμουρητό του
θα θελε να κατάπινε τον κόσμο...αυτο'ναι η Πλήξη
που, μ'ένα δάκρυ αθέλητο στα ματιά της, κοιτάζεις,
καθώς καπνίζει τον ουκά, κρεμάλες να στυλώνει.

Και ξέρεις, αναγνώστη, αυτό το τέρας πως δαγκώνει!
-Ω αναγνώστη υποκριτή, αδέρφι, που μου μοιάζεις!


Σαρλ Μπωντλαιρ
(Aπό τα «Άνθη του Κακού», σε μετάφραση του Γιώργη Σημηριώτη)

Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη 17 Μαΐου 2012

Οι δεινόσαυροι, εμείς

Γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
καθώς τα ασβεστωμένα πρόσωπα χαμογελούν
καθώς ο κ. Θάνατος γελά
καθώς οι ανελκυστήρες κόβονται
καθώς τα πολιτικά τοπία διαλύονται
καθώς το αγόρι στο σουπερμάρκετ έχει πτυχίο πανεπιστημίου
καθώς τα μολυσμένα ψάρια ξεστομίζουν τις μολυσμένες προσευχές τους
καθώς ο ήλιος κρύβεται


Είμαστε
γεννημένοι έτσι
να είμαστε έτσι
με αυτούς τους προσεκτικά τρελούς πολέμους
με την όψη σπασμένων παραθύρων σε εργοστάσια να ατενίζουν το κενό
με μπαρ όπου οι θαμμόνες δεν μιλούν πλέον μεταξύ τους
με τσακωμούς που καταλήγουν σε πυροβολισμούς και μαχαιρώματα
γεννημένοι έτσι
με νοσοκομεία που είναι τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να πεθάνεις
με δικηγόρους που χρεώνουν τόσο ακριβά που είναι φθηνότερο να δηλώσεις ένοχος...

σε μια χώρα όπου οι φυλακές είναι γεμάτες και τα τρελοκομεία κλειστά
σε έναν τόπο όπου οι μάζες ανυψώνουν ηλίθιους σε πλούσιους ήρωες

Γεννημένοι μέσα σ’αυτό
περπατώντας και ζώντας μέσα σ’ αυτό
πεθαίνοντας λόγω αυτού
μένοντας άφωνοι λόγω αυτού
ευνουχισμένοι
έκλυτοι
αποκληρωμένοι
λόγω αυτού
εξαπατημένοι από αυτό
χρησιμοποιημένοι από αυτό
εξευτελισμένοι από αυτό
εξοργισμένοι και απηυδησμένοι από αυτό
βίαοι
απάνθρωποι
λόγω αυτού

Η καρδιά έχει μελανιάσει
τα δάχτυλα πλησιάζουν το λαιμό
το όπλο
το μαχαίρι
τη βόμβα
τα δάχτυλα τείνουν προς έναν μη αποκρυνόμενο θεό
τα δάχτυλα πλησιάζουν το μπουκάλι
το χάπι
τη σκόνη

Γεννημένοι σ’ αυτό το θλιβερό θανατικό
γεννημένοι με μια κυβέρνηση με 60 χρονών χρέος
που σύντομα δε θα είναι ικανή να αποπληρώσει τους τόκους αυτού του χρέους
και οι τράπεζες θα καούν
το χρήμα θα καταστεί άχρηστο
θα υπάρξουν φανερές και ατιμώρητες δολοφονίες στους δρόμους
θα υπάρξουν όπλα και περιπλανώμενοι όχλοι

Η γη θα είναι άχρηστη
η τροφή θα γίνει μια φθίνουσα απόδοση
η πυρηνική ενέργεια θα έρθει στην κατοχή των πολλών
εκρήξεις θα σείουν ακατάπαυστα τη γη
ραδιενεργά ρομπότ θα κυνηγούν το ένα το άλλο
οι πλούσιοι και οι επίλεκτοι θα παρακολουθούν από τους διαστημικούς σταθμούς
η Κόλαση του Δάντη θα μοιάζει με παιδική χαρά

Ο ήλιος θα κρυφτεί και θα είναι νύχτα παντού
τα δέντρα θα πεθάνουν
η βλάστηση όλη θα πεθάνει
ραδιενεργοί άνθρωποι θα τρώνε τη σάρκα ραδιενεργών ανθρώπων
η θάλασσα θα μολυνθεί
οι λίμνες και τα ποτάμια θα εξαφανιστούν
η βροχή θα είναι ο επόμενος χρυσός
σαπισμένα πτώματα ανθρώπων και ζώων θα ζέχνουν στο σκοτεινό άνεμο

Οι λίγοι τελευταίοι επιζήσαντες θα μολυνθούν από νέες και φρικιαστικές ασθένειες
και οι διαστημικοί σταθμοί θα καταστραφούν από δολιοφθορές
την έλλειψη προμηθειών
το φυσικό φαινόμενο της φθοράς
και θα υπάρξει η πιο όμορφη σιγή από ποτέ
γεννημένη από αυτό
ο ήλιος ακόμα εκεί κρυμμένος
να περιμένει το επόμενο κεφάλαιο.

Charles Bukowski - Μετάφραση: Νίκος Αδαμόπουλος
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 24 Απριλίου 2012

Σώπα, μη μιλάς



Σώπα, μη μιλάς , είναι ντροπή
κόψ' τη φωνή σου
σώπασε επιτέλους
κι αν ο λόγος είναι αργυρός
η σιωπή ειναι χρυσός.


Τα πρώτα λόγια που άκουσα από παιδί
έκλαιγα,γέλαγα,έπαιζα μου λέγανε:
"σώπα".


Στο σχολείο μού κρύψαν την αλήθεια τη μισή,
μου λέγανε :"εσένα τι σε νοιάζει ; Σώπα!"


Με φιλούσε το πρώτο κορίτσι που ερωτεύτηκα και μου λέγανε:
"κοίτα μην πείς τίποτα, σσσσ....σώπα!"

Κόψε τη φωνή σου και μη μιλάς, σώπαινε.
Και αυτό βάσταξε μέχρι τα εικοσί μου χρόνια.

Ο λόγος του μεγάλου
η σιωπή του μικρού.

Έβλεπα αίματα στο πεζοδρόμιο,
"Τι σε νοιάζει εσένα;", μου λέγανε,
"θα βρείς το μπελά σου, σώπα".

Αργότερα φωνάζανε οι προϊστάμενοι….

"Μη χώνεις τη μύτη σου παντού, 
κάνε πως δεν καταλαβαίνεις ,σώπα"

Παντρεύτηκα , έκανα παιδιά , 
η γυναίκά μου ήταν τίμια κι εργατική και 
ήξερε να σωπαίνει.
Είχε μάνα συνετή , που της έλεγε "Σώπα".

Σε χρόνια δίσεκτα οι γονείς, οι γείτονες με συμβουλεύανε :
"Μην ανακατεύεσαι, κάνε πως δεν είδες τίποτα. Σώπα"
Μπορεί να μην είχαμε με δ'αύτους γνωριμίες ζηλευτές, 
με τους γειτονες, μας ένωνε , όμως, το Σώπα.

Σώπα ο ενας,σώπα ο άλλος σώπα οι επάνω, σώπα η κάτω,
σώπα όλη η πολυκατοικία και όλο το τετράγωνο.
Σώπα οι δρόμοι οι κάθετοι και οι δρόμοι οι παράλληλοι.
Κατάπιαμε τη γλώσσά μας.
Στόμα έχουμε και μιλιά δεν έχουμε.
Φτιάξαμε το σύλλογο του "Σώπα".
και μαζευτηκαμε πολλοι
μία πολιτεία ολόκληρη, μια δύναμη μεγάλη ,αλλά μουγκή!

Πετύχαμε πολλά, φτάσαμε ψηλά, μας δώσανε παράσημα,
τα πάντα κι όλα πολύ.
Ευκολα , μόνο με το Σώπα. 
Μεγάλη τέχνη αυτό το "Σώπα".

Μάθε το στη γυναίκα σου,στο παιδί σου,στην πεθερά σου
κι όταν νιώσεις ανάγκη να μιλήσεις ξερίζωσε τη γλώσσά σου
και κάν'την να σωπάσει.
Κόψ'την σύρριζα. 
Πέτα την στα σκυλιά.
Το μόνο άχρηστο όργανο από τη στιγμή που δεν το μεταχειρίζεσαι σωστά.

Δεν θα έχεις έτσι εφιάλτες , τύψεις κι αμφιβολίες.
Δε θα ντρέπεσαι τα παιδιά σου και θα γλιτώσεις απο το βραχνά να μιλάς ,
χωρίς να μιλάς να λές "έχετε δίκιο,είμαι σαν κι εσάς"
Αχ! Πόσο θα 'θελα να μιλήσω ο κερατάς.

και δεν θα μιλάς ,
θα γίνεις φαφλατάς ,
θα σαλιαρίζεις αντί να μιλάς .

Κόψε τη γλώσσά σου, κόψ'την αμέσως.
Δεν έχεις περιθώρια.
Γίνε μουγκός. 
Αφού δε θα μιλήσεις , καλύτερα να το τολμησεις Κόψε τη γλώσσά σου.

Για να είμαι τουλάχιστον σωστός στα σχέδια και στα όνειρά μου
ανάμεσα σε λυγμούς και σε παροξυσμούς κρατώ τη γλώσσά μου,
γιατί νομίζω πως θα'ρθει η στιγμή που δεν θα αντέξω
και θα ξεσπάσω και δεν θα φοβηθώ και θα ελπίζω 
και κάθε στιγμή το λαρύγγι μου θα γεμίζω με ένα φθόγγο , 
με έναν ψιθυρο , με ένα τραύλισμα , 
με μια κραυγή που θα μου λεει : 
ΜΙΛΑ!....
 Αζίζ Νεσίν
Διαβάστε περισσότερα...

Τρίτη 10 Απριλίου 2012

Τίποτα δεν είναι δώρο

Τίποτα δεν είναι δώρο, όλα βασίζονται στο δάνειο.
Πνίγομαι στα χρέη ως στ’ αυτιά μου.
Θα πρέπει να πληρώσω για τον εαυτό μου
με τον εαυτό μου,
να παραιτηθώ απ’ τη ζωή μου για τη ζωή μου


Να πως έχουν κανονίσει τη συμφωνία:
μπορώ να επανακτήσω την καρδιά,
το συκώτι επίσης
και το κάθε μου δάχτυλο στο χέρι και στο πόδι.


Πολύ αργά για ν’ ακυρώσω τους όρους,
τα χρέη μου θα ξεπληρωθούν
και θα με γδύσουν απ’ το δέρμα μου
ή, για την ακρίβεια, θα με γδάρουν.


Κυκλοφορώ στον πλανήτη μας
σ’ έναν συνωστισμό από άλλους χρεώστες.
Μερικοί είναι σαμαρωμένοι το φορτίο της εξόφλησης
για τις φτερούγες τους.
Άλλοι, θέλοντας και μη, έχουν να δώσουν λογαριασμό
για το κάθε φύλλο τους.

Κάθε ιστός μέσα μας βρίσκεται
στη στήλη της χρέωσης.
Ούτε ένα πλοκάμι ή ένα βλαστάρι
πρόκειται να διατηρηθεί.

Η απογραφή, μ’ άπειρες λεπτομέρειες,
υποδηλώνει ότι θ’ απομείνουμε
όχι μόνο μ’ άδεια χέρια
αλλά ακόμα και χωρίς χέρια.

Δεν μπορώ να θυμηθώ
που, πότε και γιατί
επέτρεψα σε κάποιον ν’ ανοίξει
αυτόν τον λογαριασμό στ’ όνομα μου.

Αποκαλούμε τη διαμαρτυρία για όλ’ αυτά
ψυχή.
Και είναι το μόνο κονδύλι
που απουσιάζει απ’ τη λίστα.

Βισλάβα Σιμπόρσκα (Νόμπελ Λογοτεχνίας 1996)
Από το «Μιά ποιητική διαδρομή»-Μετάφραση Βασίλη Καραβίτη-Εκδόσεις Σοκόλη (2003)

Διαβάστε περισσότερα...

Δευτέρα 26 Μαρτίου 2012

Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε...

Αὐτοὶ δὲν εἶναι οἱ δρόμοι ποὺ γνωρίσαμε
Ἀλλότριο πλῆθος ἕρπει τώρα στὶς λεωφόρους.
Ἀλλάξαν καὶ τῶν προαστίων οἱ ὀνομασίες
Ὑψώνονται ἄσυλα στὰ γήπεδα καὶ στὶς πλατεῖες.


Ποιὸς περιμένει τὴν ἐπιστροφή σου;
Ἐδῶ οἱ ἐπίγονοι λιθοβολοῦν τοὺς ξένους,
θύουν σ᾿ ὁμοιώματα,
Εἶσαι ἕνας ἄγνωστος μὲς στὸ ἄγνωστο ἐκκλησίασμα.


Κι ἀπὸ τὸν ἄμβωνα ἀφορίζουνε τοὺς ξένους
ρίχνουνε στοὺς ἀλλόγλωσσους κατάρες.
Ἐσὺ στοὺς σκοτεινοὺς διαδρόμους χώσου.
Στὶς δαιδαλώδεις κρύπτες ποὺ δὲν προσεγγίζει
οὔτε φωνὴ ἀγριμιοῦ ἢ ἦχος τυμπάνου.

Ἐκεῖ δὲ θὰ σὲ βροῦν…

Γιατί ἂν σ᾿ ἀφορίσουν
κάποιοι –ἀναπόφευκτα– στὰ χείλη τους θὰ σὲ προφέρουν.
Οἱ σκέψεις σου θ᾿ ἀλλοιωθοῦν, 
θὰ σοῦ ἀποδώσουν ψιθυριστὰ προθέσεις, θὰ σὲ ὑμνήσουν.

Μὲ τέτοιες προσιτὲς ἐπιτυχίες θὰ ἡττηθεῖς.
Τεντώσου ἀπορρίπτοντας τῶν λόγων σου τὴν πανοπλία.
Κάθε ἐξωτερικὸ περίβλημά σου περιττὸ
Καὶ τῆς Σιωπῆς τὸ μέγα διάστημα, ἔτσι,
τεντώσου νὰ πληρώσεις συμπαγής.

Μανόλης Αναγνωστάκης
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη 21 Μαρτίου 2012

Ελεγείο πάνω στον τάφο ενός μικρού αγωνιστή

Πάνω στὸ χῶμα τὸ δικό σου λέμε τ᾿ ὄνομά μας.
Πάνω στὸ χῶμα τὸ δικό σου σχεδιάζουμε τοὺς κήπους
καὶ τὶς πολιτεῖες μας
Πάνω στὸ χῶμα σου εἴμαστε. Ἔχουμε πατρίδα.
Ἔχω κρατήσει μέσα μου τὴ ντουφεκιά σου.
Γυρίζει μέσα μου ὁ φαρμακερὸς ἦχος τοῦ πολυβόλου.
Θυμᾶμαι τὴν καρδιά σου ποὺ ἄνοιξε,
κ᾿ ἔρχονται στὸ μυαλό μου
κάτι ἑκατόφυλλα τριαντάφυλλα
ποὺ μοιάζουνε
σὰν ὁμιλία τοῦ ἀπείρου πρὸς τὸν ἄνθρωπο
-ἔτσι μας μίλησε ἡ καρδιά σου.
Κ᾿ εἴδαμε πὼς ὁ κόσμος εἶναι μεγαλύτερος,
κ᾿ ἔγινε μεγαλύτερος γιὰ νὰ χωρᾷ ἡ ἀγάπη.
Τὸ πρῶτο σου παιγνίδι: Ἐσύ.
Τὸ πρῶτο σου ἀλογάκι: Ἐσύ.
Ἔπαιξες τὴ φωτιά. Ἔπαιξες τὸ Χριστό.
Ἔπαιξες τὸν Ἀη-Γιώργη καὶ τὸ Διγενῆ.
Ἔπαιξες τοὺς δεῖκτες τοῦ ρολογιοῦ ποὺ κατεβαίνουνε
ἀπ᾿ τὰ μεσάνυχτα….

Ἔπαιξες τὴ φωνὴ τῆς ἐλπίδας, ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπῆρχε φωνή.
Ἡ πλατεῖα ἦταν ἔρημη. Ἡ πατρίδα εἶχε φύγει.
Ἦταν καιρός! Δὲ βάσταξε ἡ καρδιά σου περισσότερο
ν᾿ ἀκοῦς κάτω ἀπ᾿ τὴ στέγη σου τ᾿ ἀνθρώπινα μπουμπουνιτὰ τῆς Εὐρώπης!
Ἄναψες κάτω ἀπ᾿ τὸ σακκάκι σου τὸ πρῶτο κλεφτοφάναρο...
Καρδιὰ τῶν καρδιῶν! Σκέφτηκες τὸν ἥλιο, καὶ προχώρησες...
Ἀνέβηκες στὸ πεζοδρόμιο κ᾿ ἔπαιξες τὸν ἄνθρωπο!


Νικηφόρος Βρεττάκος
Διαβάστε περισσότερα...