Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

Καζαντζάκης και Ζορμπάς - O Γιώργης και ο "Αλέξης" Ζορμπάς

Μετά την αναφορά μου στην Έλλη Αλεξίου και την κατ’ επανάληψη σε αυτή αναφορά του ονόματος του Νίκου Καζαντζάκη, ζωές ουσιαστικά συνυφασμένες, παρουσιάζω σε αυτή την ανάρτηση τη σχέση του Νίκου Καζαντζάκη με τον Γιώργη Ζορμπά, πρόσωπο υπαρκτό, που έμελλε να γίνει ο ήρωας του πασίγνωστου μυθιστορήματος του Καζαντζάκη «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», με συνεπακόλουθο την κινηματογραφική ταινία με τη μουσική επένδυση του Μίκη Θεοδωράκη.
Από παρουσίαση σχετικού θέματος της Αθηνάς Βουγιούκα, μέλους της Συντονιστικής Επιτροπής της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη, σταχυολόγησα όσα αναφέρονται στον πραγματικό «βίο και πολιτεία» του Γιώργη Ζορμπά.

Ο Νίκος Καζαντζάκης, στο μεγάλο ταξίδι της ζωής του, στην προσωπική του Οδύσσεια, σαν τον ομηρικό Οδυσσέα και εκείνος, πολλών ανθρώπων είδεν άστεα και νόον έγνω.
Ωστόσο, ανάμεσα στους πολλούς που συνάντησε στο δρόμο του, ζωντανούς με σάρκα και οστά ή μέσα από τα βιβλία «αθάνατους νεκρούς», κατά την προσφιλή του έκφραση, ξεχώρισε πάντα μερικούς εκλεκτούς, μερικές «μεγάλες ψυχές», όπως τους αποκαλούσε. Και ήταν αυτές οι μεγάλες ψυχές όχι μόνο εξέχουσες μορφές του παρελθόντος, ιστορικές ή μυθικές, αλλά και επιφανείς άνθρωποι του καιρού του, όπως ο Γάλλος φιλόσοφος Ανρί Μπερξόν, ο Αλσατός γιατρός και ανθρωπιστής Άλμπερτ Σβάιτσερ, ο Ελληνορουμάνος συγγραφέας Παναΐτ Ιστράτι, ο Ισπανός ποιητής και νομπελίστας Χιμένεθ κ. ά.

Είναι όμως αξιοσημείωτο ότι ανάμεσα στους εκλεκτούς των εκλεκτών συμπεριέλαβε και έναν απλό άνθρωπο του λαού, τον Γιώργη Ζορμπά... Και μάλιστα, τόσο στο μυθιστόρημά του «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», όσο και στην «Αναφορά στον Γκρέκο», την πνευματική αυτοβιογραφία του, ο Ζορμπάς συμπορεύεται ισότιμα με τον Όμηρο, τον Βούδα, τον Νίτσε και τον Μπερξόν που είχαν πάντα προσελκύσει το ενδιαφέρον του Καζαντζάκη και τον είχαν επηρεάσει βαθύτατα. 
«Στη ζωή μου», γράφει και στα δύο αυτά βιβλία, «οι πιο μεγάλοι μου ευεργέτες στάθηκαν τα ταξίδια και τα ονείρατα˙ από τους ανθρώπους, ζωντανούς και πεθαμένους, πολύ λίγοι βοήθησαν τον αγώνα μου. Όμως, αν ήθελα να ξεχωρίσω ποιοι άνθρωποι αφήκαν βαθύτερα τ’ αχνάρια τους στην ψυχή μου, ίσως να ξεχώριζα τον Όμηρο, το Νίτσε, τον Μπέρξονα και το Ζορμπά. Ο πρώτος στάθηκε για μένα το γαληνό κατάφωτο μάτι, σαν το δίσκο του ήλιου, που φωτίζει με απολυτρωτική λάμψη τα πάντα˙ ο Βούδας, το άπατο κατάμαυρο μάτι όπου πνίγεται και λυτρώνεται ο κόσμος˙ ο Μπέρξονας με αλάφρωσε από μερικά άλυτα φιλοσοφικά ρωτήματα που με τυραννούσαν στα πρώτα νιάτα˙ ο Νίτσε με πλούτισε με καινούριες αγωνίες και μ’ έμαθε να μετουσιώνω τη δυστυχία, την πίκρα, την αβεβαιότητα σε περηφάνια˙ κι ο Ζορμπάς μ’ έμαθε ν’αγαπώ τη ζωή και να μη φοβούμαι το θάνατο». 

Ποιος λοιπόν ήταν ο Γιώργης Ζορμπάς, ο για τον Καζαντζάκη «Αλέξης»; 
Ήταν γηγενής Μακεδόνας, υπάρχουν ωστόσο αντικρουόμενες απόψεις ως προς τον τόπο όπου γεννήθηκε. Είναι πιθανό, αν και όχι βέβαιο, να γεννήθηκε στον Κολυνδρό, κοντά στην Κατερίνη, το 1857, όταν η Μακεδονία τελούσε ακόμα υπό Τουρκική κατοχή. Έχει πάντως εξακριβωθεί ότι, όταν ήταν ακόμα παιδί, ο πατέρας του Φώτης, εξαιτίας μιας διαφοράς που είχε με έναν Τούρκο, αναγκάστηκε να καταφύγει με την οικογένειά του στο Καταφύγι, ένα χωριό της Δυτικής Μακεδονίας, χτισμένο σε υψόμετρο 1450μ. (ανήκει σήμερα στο Δήμο Βελβεντού). 
Εκεί πέρασε ο Ζορμπάς τα παιδικά του χρόνια, βόσκοντας τα γιδοπρόβατα του πατέρα του. Για κακή του τύχη όμως, ο πατέρας του αποφάσισε να φύγει και να πάει στο Άγιον Όρος να γίνει καλόγερος. Ο Γιώργης, που ήταν δεν ήταν τότε 15 χρονών, αναγκάστηκε να επωμιστεί όλη την ευθύνη για τα γιδοπρόβατα. Για δύο-τρία χρόνια τα κατάφερε καλά. Αλλά έπεσε αρρώστια στα ζώα που αποδεκάτισε το κοπάδι. Δεν μπορούσε πια να επιβιώσει στο Καταφύγι. 


Είχε ακούσει για τα Μαντεμοχώρια της Χαλικιδικής και ξεκίνησε κατά κει με σκοπό να βρει δουλειά σε κάποιο μεταλλείο. Ύστερα από πεζοπορία ημερών, έφτασε στο Λίσμπορο (τη σημερινή Στρατονίκη) και βρήκε δουλειά στο μεταλλείο του Μάντεμ Λάκκου που ήταν πλούσιο σε σιδηροπυρίτη, άργυρο, ψευδάργυρο και μόλυβδο. Το εκμεταλλευόταν μια γαλλική εταιρεία που στρατολογούσε εργάτες επί τόπου, όπως ήταν φυσικό. 


Τον Ζορμπά τον προσέλαβε ένας από τους αρχιεργάτες, ο Γιάννης Καλκούνης. Πέρασε από όλες τις δουλειές του μεταλλείου και ειδικεύτηκε σε όλες (δούλεψε διαδοχικά ως ορύκτης, ξυλοδέτης, λαγουμιτζής, ανιχνευτής μετάλλων).
Η ζωή όμως του επιφύλασσε άλλες εκπλήξεις. Ο Γιάννης Καλκούνης είχε μια όμορφη κόρη, την Ελένη, την οποία ερωτεύτηκε ο Ζορμπάς με αποτέλεσμα να την αφήσει έγκυο. Όπως είναι γνωστό, τα ήθη ήταν πολύ αυστηρά εκείνη την εποχή. Μόνο ένας γάμος μπορούσε να ξεπλύνει την προσβολή. 
Πήρε λοιπόν κρυφά την Ελένη ο Ζορμπάς και την πήγε στο Παλαιοχώρι όπου τους πάντρεψε ένας παπάς χωρίς να ξέρουν τίποτα οι γονείς της. Ωστόσο, παρόλο που την παντρεύτηκε την Ελένη, ο Ζορμπάς δεν τολμούσε να ξαναγυρίσει στο μεταλλείο του Μάντεμ Λάκκου από φόβο για τον πεθερό του που αποδοκίμαζε αυτή την ένωση.
Αποφάσισε, λοιπόν, να εγκατασταθεί στο Παλαιοχώρι όπου βρήκε δουλειά σε ένα σιδεράδικο. Στο μεταξύ η Ελένη γέννησε δίδυμα αγόρια (το ένα πέθανε σε βρεφική ηλικία). Λίγο μετά τη γέννηση των δίδυμων, σκοτώθηκε ο Γιάννης Καλκούνης σε ένα ατύχημα στο μεταλλείο, και έτσι μπόρεσε ο Ζορμπάς να ξαναγυρίσει στο Λίσμπορο και στο μεταλλείο, όπου αντικατέστησε τον πεθερό του στη θέση του αρχιεργάτη.
Έζησε πολλά κι ευτυχισμένα χρόνια στο Λίσμπορο μαζί με τη γυναίκα του και τα εννέα παιδιά του (γιατί, μετά τα δίδυμα, η Ελένη του γέννησε άλλα οχτώ παιδιά, τον Βαγγέλη, την Ανδρονίκη, τον Νίκο, την Αναστασία, τη Φιλιώ, τον Μανώλη, την Κατίνα και τον Αλέξη). 


O Γιώργης, είιχε την ατυχία να χάσει τη γυναίκα του, την οποία υπεραγαπούσε, όταν ακόμα τα παιδιά του ήταν ανήλικα. Και δεν ήταν η μόνη του ατυχία. Οι βαλκανικοί πόλεμοι του 1912-1913 έφεραν κοσμογονικές αλλαγές στη Μακεδονία. Το μεταλλείο του Μάντεμ Λάκκου έκλεισε και ο Ζορμπάς βρέθηκε χωρίς δουλειά και με τα εννέα παιδιά στα χέρια. Πήρε λοιπόν την οικογένειά του και κατέφυγε στο Κάτω Ελευθεροχώρι –που υπάγεται σήμερα στον Δήμο Κολυνδρού Πιερίας, όπου έμενε ο αδελφός του Γιάννης. 
Αναγκάστηκε, για να ζήσει τα παιδιά του, να κάνει ότι δουλειά εύρισκε, γυρολόγος, μαυραγορίτης, εργάτης στο μεταλλείο της Πραβίτας, ξυλοκόπος. Έτσι κατάφερε να αναστήσει τα παιδιά του, για τα οποία έχουμε διάφορες πληροφορίες. 
Μια από τις κόρες του, η Αναστασία, που την πήρε υπό την προστασία της η Γαλάτεια Καζαντζάκη-Αλεξίου (η πρώτη σύζυγος του Καζαντζάκη), παντρεύτηκε τον αδελφό της Γαλάτειας Ραδάμανθυ Αλεξίου και εγκαταστάθηκε στην Κρήτη. 
Μια άλλη κόρη του, η Ανδρονίκη, παντρεύτηκε τον Ελληνορώσο φωτογράφο Κώστα Κεχάεφ (της τον έφερε ο πατέρας της από τη Ρωσία και εγκαταστάθηκε μαζί του στην Καλαμάτα, όπου ζούσε ακόμα πριν τρία χρόνια ο γιος της και εγγονός του Ζορμπά Γιώργος Κεχάεφ, φωτογράφος και εκείνος). 
Η κόρη του Ζορμπά Κατίνα έζησε από 11 χρονών μαζί με τον πατέρα της στα Σκόπια. Η κόρη της Κατίνας, η αρχιτέκτων Άννα Γκάιγκερ, ζούσε μέχρι τον ξαφνικό θάνατό της, το 2002, στο Βελιγράδι. Ήταν αγαπημένη μας φίλη και Πρόεδρος του Γιουγκοσλαβικού Τμήματος της Διεθνούς Εταιρείας Φίλων Νίκου Καζαντζάκη. Ο αδελφός της, Βαγγέλης Γιάντας, έμπορος, εγγονός κι αυτός του Ζορμπά, έζησε όλη του τη ζωή στη Σερβία και εκεί άφησε την τελευταία του πνοή. Υπάρχουν επίσης δισέγγονα του Ζορμπά που ζουν στη Σερβία και την Ελλάδα (μεταξύ αυτών και η φαρμακοποιός Εβίτα Κεχαγιά, κόρη του Γιώργου Κεχάεφ, που ζει με την οικογένειά της στην Ξάνθη).
Όσο για την προσωπικότητα του αληθινού Ζορμπά, έχουμε τις μαρτυρίες όσων τον γνώρισαν, καθώς και τις ενδείξεις που μας δίνουν οι επιστολές του προς τον Καζαντζάκη (έχουν σωθεί περίπου δεκαπέντε). 


Ο Ζορμπάς, λοιπόν, ήταν ένα ελεύθερο πνεύμα, ανεξάρτητος και ανυπότακτος, απελευθερωμένος από τις κοινωνικές συμβάσεις, και μολονότι διέθετε ελάχιστες γραμματικές γνώσεις, ήταν ευφυέστατος, εύστροφος, με πρωτότυπες ιδέες, συχνά φιλοσοφικού περιεχομένου. 
Ένας φίλος του αναφέρει, λόγου χάρη, ότι όταν βρισκόταν στην Πραστοβά της Μάνης μαζί με τον Καζαντζάκη (γιατί η γνωριμία τους ολοκληρώθηκε εκεί και όχι στην Κρήτη, όπως αναφέρει το μυθιστόρημα), μιλούσε στους χωρικούς για ματαιότητα και θάνατο, για Θεό και Σατανά. Μια μέρα, πήρε ένα μολύβι και έγραψε στην πόρτα του καφενείου του χωριού, με ανορθογραφίες και ορνιθοσκαλίσματα, την εξής φράση: «Σκεφτήτε το θάνατο και τη ματεότητα για να γλιτόστε από τους δγιαβόλους». 
Είχε καλό χαρακτήρα, ήταν καλόκαρδος, χωρατατζής, ευπροσήγορος και κοινωνικός. 


Έχουμε μαρτυρίες από τη Μάνη ότι, όσον καιρό έμεινε εκεί, έκανε πολλές φιλίες, ακόμα και κουμπαριές, αντίθετα με τον Καζαντζάκη που ζούσε απομονωμένος από τον περίγυρό του. Μάλιστα, ένας βαφτισιμιός του Ζορμπά, ο Γιώργος Εξαρχουλέας, γιος του σπιτονοικοκύρη του, ζούσε μέχρι πριν λίγα χρόνια στην περιοχή. 
Ας προσθέσουμε επίσης ότι ήταν άνθρωπος των γήινων απολαύσεων, του άρεσε το καλό φαΐ, το καλό κρασί, το γλέντι και η καλοπέραση, και είχε αδυναμία στο ωραίο φύλο. Ήταν, κατά τον επιγραμματικό χαρακτηρισμό του Καζαντζάκη, ένας «εξαίσιος φαγάς, πιοτής, δουλεφταράς κι αλήτης». 
Ζούσε άστατη ζωή. Δεν στέριωνε πουθενά. Τριγυρνούσε στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες της Βαλκανικής (είχε φτάσει μέχρι τη νότια Ρωσία) εξασκώντας διάφορα επαγγέλματα.


Πώς γνώρισε ο Καζαντζάκης τον Ζορμπά και τι σχέση μπορούσε να υπάρχει ανάμεσα σε ένα νέο διανοούμενο μεγάλου βεληνεκούς, όπως ήταν ο Καζαντζάκης, και σε έναν απλό, αγράμματο, ηλικιωμένο εργάτη; 
Υπάρχουν αρκετές ενδείξεις ότι η πρώτη τους γνωριμία έγινε το 1915 στο Άγιον Όρος, όπου ο Καζαντζάκης συμμετείχε σε μια επιχείρηση εκμετάλλευσης ξυλείας –είχε υπογράψει τον Οκτώβριο του 1915 σχετικό συμβόλαιο στη Θεσσαλονίκη με κάποιον Ιωάννη Σκορδίλη. Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες γι’ αυτή την πρώτη συνάντηση. Αλλά η στενότερη γνωριμία τους έγινε αλλού, στη νότια Ελλάδα και συγκεκριμένα στη Μάνη. 

Το 1916, ο Καζαντζάκης αποφασίζει να αναμιχθεί σε μια επιχείρηση εκμετάλλευσης λιγνιτωρυχείου στην Πραστοβά της Μάνης, κοντά στη Στούπα (σημερινό Δήμο Λεύκτρου), όχι μακριά από την Καρδαμύλη. Προσλαμβάνει, λοιπόν, τον Ζορμπά ως αρχιεργάτη και μένει μαζί του στην Πραστοβά από το φθινόπωρο του 1916 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1917. Στο διάστημα αυτό, η φιλία τους δένεται στενά και ακατάλυτα. Ο Καζαντζάκης, ενώ βρισκόταν στη Μάνη, δέχτηκε εκεί λαμπρές. Στα μέσα Μαΐου 1917 έρχεται να τον συναντήσει ο μεγάλος ποιητής και φίλος του ΄Αγγελος Σικελιανός. Μάλιστα, επειδή έκανε ζέστη, οι δύο φίλοι είχαν στήσει τα κρεβάτια τους πάνω σε στρίποδα μέσα στη ρηχή θάλασσα της μαγευτικής παραλίας της Καλογριάς, κάτω ακριβώς από το ορυχείο. Το καλοκαίρι του 1917 κατέφτασαν επίσης η Γαλάτεια Καζαντζάκη, η Εύα – Πάλμερ Σικελιανού, πρώτη σύζυγος του ποιητή, καθώς και η γνωστή ηθοποιός Μαρίκα Κοτοπούλη. Τότε ήταν που η Γαλάτεια, φεύγοντας από τη Στούπα, πήρε μαζί της τη μικρότερη θυγατέρα του Ζορμπά Αναστασία, την οποία κράτησε κοντά της μέχρις ότου εκείνη παντρεύτηκε, όπως είπαμε, τον αδελφό της Ραδάμανθυ.


Ο Ζορμπάς αποδείχτηκε πολύτιμος συνεργάτης του Καζαντζάκη, εργατικός, ακούραστος, άριστος γνώστης της δουλειάς στο λιγνιτωρυχείο. Όταν σχολούσε από τη δουλειά, εκείνος και ο Καζαντζάκης περνούσαν ατέλειωτες ώρες μαζί, τρώγοντας, πίνοντας και συζητώντας επί παντός του επιστητού. Έτσι δέθηκε ο Καζαντζάκης μ’ αυτόν τον απλό αλλά όχι απλοϊκό άνθρωπο, που τον αγάπησε βαθιά και που πήρε σιγά-σιγά μέσα του τεράστιες διαστάσεις. 
Ιδού πώς τον περιγράφει σε άκρως υψηλούς τόνους, τόσο στον Πρόλογο του μυθιστορήματος «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά», όσο και στην «Αναφορά στον Γκρέκο: «Αν ήταν στον κόσμον όλον σήμερα να διάλεγα έναν ψυχικό οδηγό, έναν ‘Γκουρού’, όπως λένε οι Ιντοί, ένα Γέροντα, όπως λένε οι καλόγεροι στο Άγιον Όρος, σίγουρα θα διάλεγα το Ζορμπά. Γιατί αυτός είχε ό,τι χρειάζεται ένα καλαμαράς για να σωθεί: την πρωτόγονη ματιά που αδράχνει ψηλάθε σαϊτευτά την θροφή της˙ τη δημιουργικιά, κάθε πρωί ανανεούμενη αφέλεια να βλέπει ακατάπαυτα για πρώτη φορά τα πάντα και να δίνει παρθενιά στα αιώνια καθημερινά στοιχεία αγέρα, θάλασσα, φωτιά, γυναίκα, ψωμί˙ τη σιγουράδα του χεριού, τη δροσεράδα της καρδιάς, την παλικαριά να κοροϊδεύει την ίδια του την ψυχή, σα να ’χε μέσα του μια δύναμη ανώτερη από την ψυχή, και τέλος το άγριο, γάργαρο γέλιο, από βαθιά πηγή, βαθύτερο από το σπλάχνο του ανθρώπου, που ανατινάζουνταν απολυτρωτικό στις κρίσιμες στιγμές από το γέρικο στήθος του Ζορμπά.»

Ωστόσο, η εκμετάλλευση του λιγνιτωρυχείου δεν ευδοκίμησε, αλλά κατέληξε σε μια μεγάλη οικονομική αποτυχία. «Η επιχείρηση του λιγνίτη πήγε κατά διαβόλου», θα πει χαριτολογώντας ο Καζαντζάκης στην Αναφορά στον Γκρέκο. «Ο Ζορμπάς κι εγώ κάμαμε ό, τι μπορούσαμε για να φτάσουμε, γελώντας, παίζοντας, κουβεντιάζοντας, στην καταστροφή.» Αναγκάστηκαν να διακόψουν τις εργασίες. Πρώτος φεύγει από την Πραστοβά ο Καζαντζάκης, τον Σεπτέμβριο του 1917, και πηγαίνει στην Ελβετία, όπου φιλοξενείται από το φίλο του Γιάννη Σταυριδάκη, Πρόξενο της Ελλάδας στη Ζυρίχη (ο Σταυριδάκης είναι ένα από τα πρόσωπα του μυθιστορήματος). Θα παραμείνει εκεί μέχρι τις αρχές του 1919 και θα επισκεφτεί συστηματικά όλους τους τόπους όπου είχε ζήσει ο αγαπημένος του φιλόσοφος Νίτσε, αλλά και θα συνάψει αισθηματικό δεσμό με μια Ελληνίδα φιλόσοφο, την Έλλη Λαμπρίδη, την αγαπημένη του Μουντίτα, σύμφωνα με το ψευδώνυμο που της έδωσε σε ορισμένα κείμενά του.


Όσο για τον Ζορμπά, εκείνος βρίσκει δουλειά σε κάποιο άλλο ορυχείο, κοντά στην Πραστοβά. Στις 8 Μαΐου 1919, ο Καζαντζάκης διορίζεται από τον Ελευθέριο Βενιζέλο Διευθυντής του νεοσύστατου Υπουργείου Περιθάλψεως. Του ανατίθεται αμέσως η αποστολή να μεταβεί στον Καύκασο και να μεριμνήσει για τον επαναπατρισμό 100.000 και πλέον Ελλήνων που κινδύνευαν να εξοντωθούν μέσα στη δίνη του απόηχου της Οκτωβριανής Επανάστασης. Στέλνει τότε ένα γράμμα στον Ζορμπά, προσκαλώντας τον να πάρει και εκείνος μέρος στην αποστολή. 
Το γράμμα αυτό, σύμφωνα με τη μαρτυρία της κόρης του Ζορμπά Ανδρονίκης, τελείωνε με τις εξής φράσεις: «Αν έρθεις φεύγω. Αν δεν έρθεις, δε φεύγω κι εγώ».
Ο Ζορμπάς δέχεται αμέσως, παρατάει την καινούρια δουλειά του και έρχεται στην Αθήνα να συναντήσει τον φίλο του. Κατά τα μέσα Ιουλίου 1919, ξεκινά η αποστολή για τον Καύκασο με επικεφαλής τον Καζαντζάκη και συνεργάτες του τους συμπατριώτες του Ηρακλή Πολεμοχαράκη, Γιάννη Κωνστανταράκη, Γιάννη Αγγελάκη και φυσικά τον Γιώργη Ζορμπά. Με την αποστολή συμπράττει και ο Γιάννης Σταυριδάκης, ως εκπρόσωπος του Υπουργείου Εξωτερικών. Ας σημειώσουμε εδώ ότι ο Σταυριδάκης πέθανε στην Τιφλίδα ύστερα από λίγο και ο Καζαντζάκης θρηνεί το θάνατό του στο μυθιστόρημα «Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».


Η αποστολή στέφθηκε με επιτυχία. Ο Καζαντζάκης και οι συνεργάτες του κατόρθωσαν να φέρουν πίσω στη μητέρα πατρίδα 150.000 περίπου Έλληνες (κατά τους υπολογισμούς του Καζαντζάκη), οι οποίοι ρίζωσαν ξανά στα χώματα της Θράκης και της Μακεδονίας. Αυτή ήταν και η τελευταία ζωντανή επαφή του Καζαντζάκη με τον Ζορμπά. Μετά το τέλος της αποστολής, χωρίστηκαν για πάντα. Δεν ξέχασαν όμως ποτέ ο ένας τον άλλον και αλληλογραφούσαν αρκετά τακτικά.


Ο Ζορμπάς συνέχισε τον άτακτο βίο του για να καταλήξει τελικά στη Σερβία ως ιδιοκτήτης ορυχείων, πρώτα στη Νις και έπειτα στα Σκόπια, όπου έζησε από το 1926 μέχρι το θάνατό του, το 1941. Εκεί βρίσκεται και ο τάφος του. Σε όλο αυτό το διάστημα, ο Καζαντζάκης δεν έπαψε να ενδιαφέρεται και να ανησυχεί για τον Ζορμπά, όπως δείχνουν καθαρά πολλές από τις επιστολές που στέλνει στη Γαλάτεια από το Βερολίνο, το 1922-23, και από την Ιταλία, το 1924, όπου επανειλημμένα ζητάει να μάθει νέα του, όταν εκείνος αργεί να επικοινωνήσει μαζί του: «Ο Ζορμπάς μου ’γραψε προχτές πως παν καλά οι δουλειές του˙ να δούμε» (1922). «Ο Ζορμπάς μου γράφει να πάω αμέσως στη Σερβία όπου μου έχει ετοιμάσει σπίτι κλπ. και δε θα χωρίσουμε πια. Φαίνεται ή πως οι δουλειές του παν καλά ή πως είναι άρρωστο το μυαλό του. Μάλλον το πρώτο. Του ’γραψα. Να δούμε» (1923). «Ο Ζορμπάς δεν απάντησε. Φαίνεται, ως λες, πως αλητεύει κι έτσι διαλύεται το όνειρο του Σέρβικου βουνού» (1923). «Ο Ζορμπάς δεν απαντά –σημείο πως αλητεύει» (τέλος 1923). «Γράψε μου για το Ζορμπά, τι γίνεται. Γιατί δε γράφει;»… «Περιμένω γράμμα σου και γράψε μου για το Ζορμπά» (1924).


Από το 1930, ο Καζαντζάκης διαμένει κατά βάση στο μικρό νησί της Αίγινας, με πολλές διακοπές οφειλόμενες στα πολυάριθμα ταξίδια του. Πάντως, η γερμανική Κατοχή τον βρίσκει απομονωμένο στην Αίγινα. Εκεί, το 1941, μαθαίνει τον θάνατο του Ζορμπά. Και η είδηση αυτή τον γεμίζει απελπισία, που τον απόηχό της θα τον βρούμε σε μερικές από τις ωραιότερες σελίδες της Αναφοράς στον Γκρέκο: «Στο σπίτι με περίμενε ένα γράμμα με πένθιμο φάκελο˙ γραμματόσημο σέρβικο, κατάλαβα˙ το κρατούσα και το χέρι μου έτρεμε. Γιατί να το ανοίξω; Μάντεψα ευτύς το πικρό μαντάτο˙ ‘πέθανε, πέθανε’, μουρμούρισα, κι ο κόσμος σκοτείνιασε. […] Έκλεισα τα μάτια κι ένιωθα αργά, ζεστά, να κυλούν στα μάγουλά μου τα δάκρυα. ‘Πέθανε, πέθανε, πέθανε…’ μουρμούριζα ‘ο Ζορμπάς, ποτέ πια! Πέθανε το γέλιο, κόπηκε το τραγούδι’. […] Όχι λύπη, θυμός με συνεπήρε. ‘Άδικο! Άδικο!’ φώναξα ‘τέτοιες ψυχές δεν πρέπει να πεθαίνουν. Πότε πια θα μπορέσει το χώμα, το νερό, η φωτιά, η τύχη, να πλάσουν ένα Ζορμπά;’ […] ΄Ολη τη νύχτα δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι. […] Τι να κάμω, συλλογίζουμουν όλη τη νύχτα, τι να κάμω για να ξορκίσω το θάνατό του; Άνοιξε η καταπαχτή του σπλάχνου μου, πετιούνται απάνω οι θύμησες, σπρώχνουν η μια την άλλη, βιάζουνται και ζώνουν αγριεμένες την καρδιά μου˙ ανοιγοκλειούν το Ζορμπά και να τον αναστήσω. Αυτό δεν είναι το χρέος της καρδιάς; Γι’ αυτό δεν την έπλασε ο Θεός; ν’ ανασταίνει τους αγαπημένους; Ανάστησέ τον!» 


Κι αυτό έπραξε ο Καζαντζάκης. Μέσα στη μαύρη Κατοχή, μέσα στην μεγάλη πείνα από την οποία υπέφερε φρικτά κι ο ίδιος, αρχίζει, τον Αύγουστο του 1941, να γράφει το μυθιστόρημα του Ζορμπά, με τον αρχικό τίτλο "Το συναξάρι του Ζορμπά". Η τελική μορφή του ολοκληρώνεται το 1943. 
Όπως αφηγείται στον επίλογο του βιβλίου, καθόταν ένα μεσημέρι στην ταράτσα του σπιτιού του στην Αίγινα και κοίταζε απέναντί του τα γυμνά βουνά της Σαλαμίνας. Ξαφνικά, πήρε χαρτί, ξάπλωσε στις πυρωμένες από τον ήλιο πλάκες της ταράτσας κι άρχισε να γράφει το βιβλίο, το «συναξάρι» όπως το αποκαλεί, για τον Ζορμπά. Το τελείωσε ύστερα από δύο χρόνια, το Μάιο του 1943 και του έδωσε για τίτλο «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά».


Ωστόσο, ο Ζορμπάς που μπήκε στις σελίδες του βιβλίου δεν ήταν ο Ζορμπάς της Πραστοβάς και του Καύκασου. Πρώτα απ’ όλα, την ιστορία της φιλίας τους και της αποτυχημένης επιχείρησης του λιγνίτη, ο Καζαντζάκης τη μετατόπισε από τη Μάνη στην Κρήτη, την αγαπημένη του πατρίδα, που τόσο έχει υμνήσει. ΄Υστερα, ο Ζορμπάς του βιβλίου έγινε ένας άλλος. Ένας Ζορμπάς μετασχηματισμένος, μετουσιωμένος –το ρήμα «μετουσιώνω» ήταν πάντα προσφιλές στον Καζαντζάκη.
Τον μετουσίωσε, λοιπόν, ο Καζαντζάκης ώστε να τον μεταβάλει από αληθινό άνθρωπο σε μυθιστορηματικό πρόσωπο και δή σε καζαντζακικό ήρωα: τον μετάπλασε έτσι από Γιώργη σε Αλέξη Ζορμπά. 


Η όλη εσωτερική διεργασία της μυθοποίησής του, της μεταμόρφωσής του μέσα στα σπλάχνα του δημιουργού, έχει καταγραφεί και πάλι στις σελίδες της «Αναφοράς στον Γκρέκο» με τρόπο ποιητικό κι ανεπανάληπτο, με άφθονες μεταφορές και σύμβολα από το καζαντζακικό σύμπαν: «Πήρε να κρυσταλλώνεται μέσα μου ο μύθος του Ζορμπά. Στην αρχή μια μουσική ταραχή, ένας ρυθμός καινούριος, λες και γρηγόρεψε να κυκλοφορεί στη βασιλόφλεβά μου το αίμα. Ένιωθα πυρετό και ζάλη, δυσκολοξεδιάλυτη ηδονή και δυσφορία, σα να μπήκε μέσα στο αίμα μου κάποιο ξένο ανεπιθύμητο σώμα. Όλος μου ο οργανισμός αναστατώθηκε και χίμηξε να το διώξει˙ μα αυτό αντιστέκουνταν, παρακαλούσε, έριχνε ρίζες και πιάνουνταν πότε από το ένα σπλάχνο, πότε από το άλλο, και δεν ήθελε να φύγει. Ένας σπόρος είχε γίνει, ένα σκληρό σπειρί σιτάρι, κι ένιωθε θαρρείς μέσα του φυλακωμένα να κιντυνεύουν τ’ αστάχυα και το ψωμί και μάχουνταν απελπισμένα να μη χαθεί για να μη χαθούνε. […] Κίνησαν ευτύς γύρα από τον ξενομπάτη σπόρο να τρέχουν οι λέξες, οι ρίμες, οι παρομοίωσες, να τον κυκλώνουν και να τον θρέφουν σαν έμβρυο. Ξαναζωντάνεψαν οι λιγοθυμισμένες θύμησες, ανέβαιναν οι βουλιαγμένες χαρές και πίκρες, τα γέλια μας κι οι ανεβάλλουσες κουβέντες. Όλες οι μέρες που περάσαμε μαζί διάβαιναν από μπρος μου, άσπρες, χαριτωμένες, γεμάτες γουργουρητά, σαν περιστέρες˙ ανέβηκαν ένα πάτωμα πιο αψηλά από την αλήθεια, δυο πατώματα πιο αψηλά από την ψευτιά οι θύμησες˙ μεταμορφώνουνταν σιγά-σιγά ο Ζορμπάς και γίνουνταν παραμύθι. Τη νύχτα δείλιαζα να πέσω να κοιμηθώ˙ ένιωθα στον ύπνο μου το σπόρο να δουλεύει˙ στην άγια γαλήνη της νύχτας τον αφουκράζουμουν, σα μεταξοσκούληκας να τρώει, να τρώει τα φύλλα της καρδιάς μου και να θέλει να τα κάμει μετάξι. […] Τι χαρά να ’σαι μόνος, ν’ ακούς απόξω από το κατώφλι σου τη θάλασσα ν’ αναστενάζει και να ξεσπούν απάνω στις λεμονιές και τα κυπαρίσσια της αυλής τα πρωτοβρόχια! Και να νιώθεις στη μέση-μέση του σπλάχνου σου ένα σπόρο να σε τρώει! Ο Ζορμπάς κείτουνταν μέσα μου σα μια χρυσαλλίδα, φασκιωμένη σε σκληρή διάφανη φλούδα, και δε σάλευε˙ μα ένιωθα πως κρυφά, αθόρυβα, μέσα στη βουβή ετούτη χρυσαλλίδα, ξακλουθούσε μέρα νύχτα μια αξεδιάλυτη, όλο μυστήριο κατεργασία, γέμιζαν αγάλια αγάλια οι φυραμένες φλέβες της, μαλάκωναν οι ξεραμένες σάρκες, τώρα να θα ράγιζε η φλούδα στις πλάτες και θα πρόβαιναν, αμέστωτες, σγουρές κι ανήμπορες ακόμα, οι φτέρουγες. ΄Ένα σκουλήκι ήταν ξαπλωμένο μέσα στη χρυσαλλίδα και το ’χε συνεπάρει θεία ξαφνικιά παραφροσύνη κι στόμα, φωνάζουν να περμαζώξω από τη γης, από τη θάλασσα, από τον αέρα το ήθελε να βγει πεταλούδα.»

Και πράγματι, ένας νέος Ζορμπάς θα ξεπροβάλει μέσα από τις σελίδες του μυθιστορήματος. Ο Καζαντζάκης κατόρθωσε να τον προικίσει με όλα τα χαρακτηριστικά της δικής του σκέψης, των δικών του πνευματικών ενασχολήσεων. Είναι ένας Ζορμπάς που ενσαρκώνει την ίδια την ουσία της ζωής σε όλες τις εκφάνσεις της. Μια ακατανίκητη ζωτική δύναμη τον σπρώχνει προς τα εμπρός και τον κάνει να υπερνικάει την αδράνεια και την ακινησία. 


Και αυτή την ορμή, αυτή την πίστη στη ζωή και τη δύναμη του ανθρώπου, τη συμπυκνώνει και τη συμβολίζει ο χορός του Ζορμπά που παίρνει συμπαντικές διαστάσεις: «Έδωκε ένα σάλτο, τα πόδια και τα χέρια του έγιναν φτερούγες. Όρθιος χιμούσε απάνω από τη γης κι έτσι που τον έβλεπα στο βάθος τ’ ουρανού και της θάλασσας, μου φάνταζε σαν ένας γέρος αρχάγγελος αντάρτης. Γιατί ο χορός αυτός του Ζορμπά ήταν όλο πρόκληση, πείσμα κι ανταρσία. Θαρρείς και φώναζε: ‘Τι μπορείς να μου κάμεις, Παντοδύναμε; Τίποτα δεν μπορείς να μου κάμεις˙ να με σκοτώσεις μονάχα. Σκότωσέ με, καρφί δε μου καίγεται˙ έβγαλα το άχτι μου, είπα ό,τι ήθελα να πω˙ πρόφτασα και χόρεψα και πια δε σ’έχω ανάγκη!’ Έβλεπα το Ζορμπά να χορεύει κι ένιωθα για πρώτη φορά τη δαιμονικιάν ανταρσία του ανθρώπου, να νικήσει το βάρος και την ύλη, την προγονική κατάρα. Καμάρωνα την αντοχή του, τη σβελτέτσα, την περηφάνια˙ κάτω στην αμμουδιά τα ορμητικά κι αντάμα περίτεχνα πατήματα του Ζορμπά χάραζαν την εωσφορική ιστορία του ανθρώπου.» 


Εκείνο επίσης που χαρακτηρίζει τον καζαντζακικό Ζορμπά είναι η διαίσθησή του, ένα βαθύ ένστικτο που τον καθοδηγεί και τον φέρνει, πέρα από οποιεσδήποτε διανοητικές σχηματοποιήσεις, σε άμεση επαφή με την ουσία των πραγμάτων, τον ξαναφέρνει στην ίδια την αρχή του κόσμου: «Δε μιλούσα˙ ένιωθα, γρικώντας το Ζορμπά, ν’ ανανιώνεται η παρθενιά του κόσμου. Όλα τα καθημερινά και τα ξεθωριασμένα ξανάπαιρναν τη λάμψη που είχαν τις πρώτες μέρες που βγήκαν από τα χέρια του Θεού. Το νερό, η γυναίκα, το άστρο, το ψωμί, ξαναγύριζαν στην αρχέγονη, μυστηριώδη πηγή και ξανάπαιρνε φόρα στον αγέρα ο θείος τροχός. […] Ο κόσμος ήταν για το Ζορμπά, όπως και για τους πρώτους ανθρώπους, όραμα πηχτό, τ’ αστέρια τον άγγιζαν, η θάλασσα σπούσε στα μελίγγια του, ζούσε, χωρίς την παραμορφωτική μεσολάβηση του λογικού, τα χώματα, τα νερά, τα ζώα, το Θεό.» 


Ας σημειώσουμε εδώ ότι τόσο η ζωτική δύναμη του Ζορμπά, όσο και η διαίσθησή του έχουν τις ρίζες τους στην μπερξονική πλευρά της σκέψης του Καζαντζάκη –υπενθυμίζουμε ότι η διδασκαλία του Μπερξόν τον έχει επηρεάσει βαθύτατα. Υπογραμμίζεται επίσης στο έργο η «εωσφορική» ανταρσία του Ζορμπά και η πλήρης απελευθέρωσή του από τις καθιερωμένες αξίες. Ανιχνεύουμε εδώ τον αντίκτυπο από τα παραγγέλματα του Νίτσε, τη δεύτερη, σε σειρά σπουδαιότητας, επίδραση που δέχτηκε ο Καζαντζάκης. 


Επιπλέον, ο Καζαντζάκης θα αντιτάξει τον Ζορμπά, ως άνθρωπο της δράσης, στη βουδιστική απραξία του αφηγητή-συγγραφέα μέσα στο βιβλίο, ο οποίος, στο τέλος του έργου, γλιτώνει μια για πάντα, χάρη στην ευεργετική επίδραση του γέρου εργάτη, από τη μοιραία γοητεία που ασκεί στο πνεύμα του η βουδιστική άρνηση. 
Ας πούμε, τέλος, ότι ο Καζαντζάκης θέλησε, πλάθοντας τον ήρωά του, να απεικονίσει και μια άλλη προσφιλή του ιδέα: ότι ο ελληνικός κόσμος αποτελεί σύνθεση ανάμεσα σε Ανατολή και Δύση. Γι’ αυτό, παρόλο που παρουσιάζει τον Ζορμπά ως γνήσιο Έλληνα, ένα γηγενή Μακεδόνα, τονίζει ιδιαίτερα κάποιες ανατολίτικες πλευρές του: ένας Τούρκος, στη Θεσσαλονίκη, του έμαθε να παίζει σαντούρι, χορεύει τον ανατολίτικο ζεϊμπέκικο (ο χορός αυτός δεν ήταν της μόδας στην Ελλάδα την εποχή εκείνη!), λίγο πριν το τέλος του βιβλίου τραγουδάει στα τούρκικα ένα τούρκικο τραγούδι… Και μολονότι ο καζαντζακικός ήρωας είναι σίγουρα ένας ατομικιστής, παρουσιάζεται εντούτοις ανοιχτός σε όλη την ανθρωπότητα και μάλιστα σε όλο το Σύμπαν. Συγκεντρώνει έτσι στο πρόσωπό του, όπως λέει κάποιος μελετητής, τη δυτική συνείδηση, όπου επικρατεί το ατομικιστικό στοιχείο, και την ανατολική συνείδηση, όπου βρίσκεται η βαθιά συναίσθηση της ενότητας με το Σύμπαν.

Σημείωση : Πολλά από τα στοιχεία για τον αληθινό Ζορμπά που αναφέρονται εδώ έχουν δημοσιευτεί στο βιβλίο του Γιάννη Αναπλιώτη, «Ο αληθινός Ζορμπάς και ο Νίκος Καζαντζάκης», εκδ. Δίφρος, Αθήνα 1960. 


Συντάχθηκε από Red Fox

4 σχόλια:

  1. !!!!!!!!!!!!! Α Π Α Ι Χ Τ Η !!!!!!!!!!!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Ευχαριστούμε πολύ!Να σαι καλά.Η Red Fox, για μια ακόμη φορά, έκανε καταπληκτική δουλειά!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Teleio!!h olh anafora sas ston Kazantzakh sthn sxesh toy me ton Zorba kyriws sto ergo toy! Eyge!!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Το Κατω Ελευθεροχωρι που λετε ονομαζοταν ..Νεο Ελευθεροχωρι και τωρα ειναι το χωριο Μεθωνη Πιεριας

    ΑπάντησηΔιαγραφή