Τετάρτη 12 Ιανουαρίου 2011

Να χαµογελάς για το τίποτα

Του Γκαζµέντ Καπλάνι
Τα σαββατόβραδα το τραµ και το Μετρό έχουν κάτι το ιδιαίτερο. Γίνονταιπιο διαταξικά, πιο νεανικά. Τα σαββατόβραδα, στο τραµ και στο Μετρό ταξιδεύει µια Αθήνα κάπως πιο κεφάτη και αφηρηµένη, κάπως πιο χαλαρή και θορυβώδης, σίγουρα καλοντυµένη, αποφασισµένη να πνίξει την πλήξη της εβδοµάδας σε παρέες, ποτά και εξόδους.

Παίρνω συχνά το τραµ και το Μετρό τα σαββατόβραδα. Κάποιες φορές το κάνω µόνο και µόνο για να χαζεύω τονκόσµο. Οπως τον χαζεύω αυτή τη στιγµή στο τραµ που σταµατάει στην Πλ. Νέας Σµύρνης.


∆έκα - δώδεκα νεαροί, οπαδοί του Πανιωνίου, ανεβαίνουν στο τραµ. Κάνουν θόρυβο και το τραµ φαίνεται σαν να µεταφέρει τον απόηχο του γηπέδου τώρα. Κάποιοι από τους νεαρούς κρατάνε στα χέρια τους αρωµατικά στίκερ, από αυτά που πουλάνε πλανόδιοι πακιστανοί µετανάστες, τα οποία ανάβουν µε τους αναπτήρες τους. Το τραµ γεµίζει µε τη βαριά, «ασιατική» µυρωδιά που ενοχλεί την κυρία δίπλα µου. Εκείνηµε τη σειρά της παραπονιέται στην κυρία που στέκεται δίπλα της. Νοµίζουν ότι οι νεαροί έχουν ανάψει τσιγάρο. Η κυρία που στέκεται δίπλα µου λέει κάτι υποτιµητικό για τους νεαρούς. Η άλλη την κοιτά µε συνωµοτικό ύφος και της λέει.......ψιθυριστά: «∆ικοί µας είναι». «∆ικοί µας είναι» σηµαίνει ότι οι νεαροί είναι παιδιά µεταναστών από την Αλβανία. Οι δυο κυρίες αρχίζουν να µιλούν τότε στα αλβανικά. Ξεχνούν τους νεαρούς και λένε τα δικά τους… Κατεβαίνω στο Μετρό του Νέου Κόσµου. Κατεβαίνουν και οι µισοί νεαροί. Μιλούν ελληνικά και κάθε τόσο πετάνε κάποια λέξη στα αλβανικά, χαιρετώντας τους άλλους που παραµένουν στο τραµ. Καθώς κατεβαίνω τις σκάλες του Μετρό, ακούω λέξεις σε άλλες γλώσσες, που µπερδεύονται µε τα ελληνικά: αραβικές, ρωσικές, ισπανικές, αλβανικές. Τα σαββατόβραδα στο Μετρό ταξιδεύει µια Αθήνα που µοιάζει κάπως µε κοσµόπολη: µε σχιστά µάτια, σχιστά τζιν, µελαψή, µελαχρινή, ξανθιά. Μια Αθήνα που µιλάει διάφορες γλώσσες ταυτόχρονα. Μια πόλη κανονική και µε πολλά κινητά. Παρατηρώ µια νεαρή κοπέλα που προσπαθεί να ακουστεί από κάποιον Κωνσταντίνο, αλλά η φωνή της σβήνει µέσα στον συρµό µαζί µε το σήµα. Και ενώ εκείνη φωνάζει «Κωνσταντίνε, έλα, µ’ ακούς;», εγώ θυµήθηκα τον Κωνσταντίνο Καβάφη. Οχι τον αληθινό. 

Εναν συνονόµατό του που είχα δει τις προάλλες τυχαία στην αµερικανική πρεσβεία. Περιµέναµε και οι δύο για τη βίζα. Κάποια στιγµή φώναζαν το όνοµα «Κωνσταντίνος Καβάφης» από το µικρόφωνο και εκείνος σηκώθηκε. Τον κοίταξα µε τεράστια έκπληξη, ενώ πλησίαζε το γκισέ της συνέντευξης. ∆εν περίµενα ποτέ να «συναντήσω» τον Καβάφη στην αµερικανική πρεσβεία, έστω και ως συνωνυµία. Σκέφτηκα τότε ότι σε εκείνους που έπαιρναν τη βίζα θα ταίριαζε το ποίηµα του Καβάφη «Η Πόλις»: «Πάντα στην πόλι αυτή θα φθάνεις. Για τα αλλού – µη ελπίζεις – δεν έχει πλοίο για σε, δεν έχει οδό». Σε όσους δεν κατάφερναν να πάρουν την βίζα δεν είµαι σίγουρος ποιο ποίηµα θα ταίριαζε. «Μονοτονία» ίσως... 

Μονότονα ο συρµός σταµατάει στις στάσεις του Μετρό. Μονότονα οι επιβάτες βγαίνουν και µπαίνουν. Απέναντί µου τώρα στέκονται δυο ερωτευµένοι. Κοιτιούνται στα µάτια, φιλιούνται, χαµογελούν συνέχεια, χωρίς λόγο, για το τίποτα. Αυτό σηµαίνει να είσαι ερωτευµένος. Να χαµογελάς για το τίποτα, να περνάς καλά µε το τίποτα…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου