Τετάρτη, 31 Δεκεμβρίου 2014

Το σπασμένο λαούτο.....

Του Θοδωρή Γκόνη 




Την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 1956 ο Θανάσης ο Λιάσκας, ο Γιάννης ο Ντόκος, ο Γιώργης ο Σιέγκας και ο Ντακαρούνης ο Μήτσος, ξεκίνησαν με τη γερμανική τους μοτοσικλέτα τη «Μπέμπα» μέσα στα χιόνια, τέσσερις ώρες δρόμο, να κατέβουν στον κάμπο, ήταν καλεσμένοι να παίξουν σε γιορτή, σε αρραβώνα στη Δαλαμανάρα του Άργους. 

Φόρτωσαν στο κουβούκλιο τα όργανα -λαούτο, βιολί και δυο κλαρίνα- ανέβηκαν οι τρεις στη μηχανή, στριμώχτηκε ο τέταρτος, ο πιο λιγνός, στο καλάθι, όσος χώρος περίσσευε από τα όργανα και τραγουδώντας ξεκίνησαν. 
Έβρεχε ένα ψιλό χιονόνερο, φυσούσε βοριάς, ο δρόμος χωμάτινος και κακοτράχαλος γλίστραγε σαν το γυαλί, δεν τους ένοιαζε τίποτα, είχαν βγάλει ....
όνομα στα πανηγύρια και στις γιορτές και τους ζητούσαν από παντού στην Αργολιδοκορινθία, μεχρι και Αρκαδία ανέβαιναν τα καλοκαίρια. 

Τα καλοκαίρια είχαν και τραγουδίστρια μαζί τους, τον χειμώνα ήταν δύσκολο, δεν μπορούσε μια γυναίκα να τρέχει μέσα στα χιόνια και τις βροχές. 
Στο γιορτή του Αγίου Παντελεήμονα είχαν και δυο και τρεις τραγουδίστριες, αλλά εκεί ήταν το πανηγύρι του χωριού τους και ο ανταγωνισμός με τα άλλα συγκροτήματα μεγάλος. 

Στις στροφές που ήταν πολλές και απότομες, ο δρόμος έχασκε στον γκρεμό επικίνδυνα, τότε κατέβαιναν οι τρεις, μόνο ο οδηγός καθόταν πάνω στη «Μπέμπα», οι άλλοι με ένα σχοινί που ήταν δεμένο στο καλάθι, στο πίσω μέρος, την κρατούσαν να μην κατρακυλήσει στο γκρεμό και αμέσως μόλις προσπερνούσαν τη στροφή, σκαρφάλωναν πάνω της γελώντας, πειράζοντας ο ένας τον άλλον με αστεία δικά τους, στη γλώσσα τους, ήτανε αρβανίτες, ήτανε νέοι και η ζωή δεν είχε ακόμα ανοίξει τις απότομες στροφές της γι’ αυτούς. 

Στην Αγία Τριάδα, στο Μέρμπακα, τους έπιασε λάστιχο στον τρίτο τροχό, στη ρόδα του καλαθιού και αναγκάσθηκαν να αφήσουν τη «Μπέμπα» στον κουμπάρο τους, τον Κώστα τον Μερμίγκη, να πάρουν τα όργανα και να συνεχίσουν με τα πόδια για να προλάβουν να είναι στο μαγαζί στην ώρα τους, το ψιλόβροχο συνεχιζόταν το κρύο ήταν τσουχτερό αλλά δεν υπήρχε άλλος τρόπος. 

Έφτασαν μουσκεμένοι ως το κόκαλο, μόνο τα όργανα είχαν προστατέψει μέσα σε κάτι αυτοσχέδιους, αδιάβροχους μουσαμάδες, και μπήκαν στο μαγαζί. Οι ιδιοκτήτες βλέποντάς τους σε αυτό το χάλι, τους εξοικονόμησαν στεγνά ρούχα και παπούτσια, τα φόρεσαν όπως- όπως, πού να βρουν τώρα τα σωστά νούμερα, και ανέβηκαν στο πάλκο. 
Οι καλεσμένοι και το ζευγάρι που αρραβωνιαζόταν είχαν έρθει εδώ και ώρα και αδημονούσαν να σηκωθούν να χορέψουν, κούρντισαν όπως κούρντισαν και άρχισαν. 

Ο αρραβωνιαστικός ήταν Ελληνοαμερικανός μπρούκλης, με δολάρια και δυο καπέλα, είχε επιστρέψει να παντρευτεί γυναίκα από τον τόπο του και να ξαναφύγει το συντομότερο, πάνω στο χορό του, η χαρτούρα και τα δολάρια έπεφταν βροχή με το σπάσιμο τον πιάτων, εκεί ήταν λοιπόν που έπεσε το εκατοδόλαρο στα όργανα μαζί με τρεις δωδεκάδες πιάτα και πήρε τη σκούπα ο σερβιτόρος να καθαρίσει την πίστα από τα σπασμένα. 
Μόλις τελείωσε το καθάρισμα και έφευγε πετάγεται από τη θέση του ο Γιώργης ο Σιέγκας φωνάζοντας «που τον πας τον σανό ρε» και του φέρνει το λαούτο στο κεφάλι ενώ ταυτόχρονα του πέφτει και το παντελόνι, που του ήταν τουλάχιστον πέντε νούμερα μεγαλύτερο και μένει με το τρύπιο σώβρακο στη μέση της πίστας και γίνεται το έλα να δεις. 

Τι είχε συμβεί στο μεταξύ, ο σερβιτόρος, βλέποντας ο πονηρός το εκατοδόλαρο, κόλλησε μια μασημένη τσίχλα κάτω από το παπούτσι του και δήθεν αθώα, δήθεν τυχαία πάτησε το δολάριο με τη σόλα του παπουτσιού του και έφευγε περπατώντας σαν κύριος. 
Ο λαουτιέρης όμως που γνώριζε καλά αυτά τα κόλπα, είχε τα μάτια του δεκατέσσερα και πριν προλάβει να απομακρυνθεί ο σερβιτόρος του φόρεσε το λαούτο κολάρο. 

Έγινε πανικός, επενέβησαν οι ψυχραιμότεροι, επιστράφηκαν τα χρήματα στους οργανοπαίχτες και το γλέντι συνεχίστηκε, αλλά χωρίς λαούτο αυτή τη φορά. 

Σήκωσε το πεσμένο παντελόνι του ο λαουτιέρης, μάζεψε και το σπασμένο του όργανο και αρκέσθηκε, περιορίστηκε να τραγουδάει ως το τέλους του γλεντιού. Με δυο κλαρίνα και το βιολί. 

Αφού τελείωσε το γλέντι έβαλαν τα παλιά τους ρούχα, που είχαν στεγνώσει εν τω μεταξύ στη φωτιά, και πήραν τον δρόμο του γυρισμού με τη χαρτούρα -το «σανό»- και το σπασμένο λαούτο για την Αγία Τριάδα, να φτιάξουν τη ρόδα και να πάρουν τον δρόμο του γυρισμού όπου τώρα θα έπρεπε να σπρώχνουν γιατί ήταν η ανηφόρα μεγάλη και η «Μπέμπα» τα είχε φάει τα ψωμιά της. 

Το χιονόνερο συνεχιζόταν και στα βουνά το είχε στρώσει στο ένα μέτρο, είχε ξημερώσει η Πρωτοχρονιά του 1956 και ήταν νέοι, πολύ νέοι για να σκέφτονται το χιόνι και τις ανηφοριές.


ΠΗΓΗ : http://www.protagon.gr/
Διαβάστε περισσότερα...

Τετάρτη, 24 Δεκεμβρίου 2014

Χριστουγεννιάτικη Ανακωχή

Μία μοναδική στην παγκόσμια ιστορία αυθόρμητη συμφιλίωση μεταξύ αντιμαχόμενων στρατιωτικών μονάδων καταγράφηκε τα Χριστούγεννα του 1914, τέσσερις μήνες μετά την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πόλεμου, στο φοβερό Δυτικό Μέτωπο. Χιλιάδες Γερμανοί, Βρετανοί και Γάλλοι στρατιώτες άφησαν τα όπλα, βγήκαν από τα χαρακώματα και προχώρησαν σε αυτόβουλη εορταστική ανακωχή....

Όλα φαίνεται να ξεκίνησαν εκατοντάδες χιλιόμετρα μέσα στο Βέλγιο, όπου τα γερμανικά στρατεύματα είχαν παραταχθεί μέσα σε τάφρους, σε ελάχιστη απόσταση από τα αντίπαλα χαρακώματα των δυνάμεων της ΑΝΤΑΤ (Γάλλοι, Βρετανοί, Καναδοί, Βέλγοι, λοιποί σύμμαχοι). Ανάμεσα στις δύο γραμμές η ουδέτερη ζώνη, η NoMan’sLand, διάσπαρτη με νεκρούς και νάρκες. 

Σ’ αυτό το εφιαλτικό τοπίο, κοντά σε μια άσημη βελγική πόλη, την Ιπρ, διαδραματίστηκε μια έξοχη ιστορία, που αν και ακούγεται ως θρύλος, είναι ιστορικά επιβεβαιωμένη. 

Το βράδυ της παραμονής Χριστουγέννων του 1914, μερικοί Γερμανοί στρατιώτες σκέφτηκαν ότι θα ήταν καλή ιδέα να στολίσουν τη δικιά τους πλευρά των χαρακωμάτων. Έβαλαν μικρά κεράκια πάνω στα δέντρα και άρχισαν να τραγουδούν τα κάλαντα. Απέναντι, κάποιοι Βρετανοί, άρχισαν και αυτοί να τραγουδούν τα κάλαντα στη δική τους γλώσσα. Όλα αυτά ενώ η κάθε πλευρά ήταν καλά κρυμμένη, με το φόβο ότι αυτός που θα ξεμύτιζε θα αντίκριζε το θάνατο. 

Κάτι τέτοιο, όμως, δε συνέβη και σε λίγη ώρα άρχισαν οι ανταλλαγές ευχών και δώρων ανάμεσα στους στρατιώτες. Ουίσκι, τσιγάρα και σοκολάτες άλλαζαν χέρια. «Αγκάλιαζα ανθρώπους που πριν από λίγη ώρα προσπαθούσα να σκοτώσω», είπε ένας Άγγλος στρατιώτης χρόνια αργότερα μιλώντας στο BBC. Φαίνεται ότι την πρωτοβουλία πήρε ένας Γερμανός οπλίτης, ονόματι Μέκελ, που εκτός από γερμανικά μιλούσε και αγγλικά. «Ο στρατιώτης Μέκελ, ο οποίος είχε ζήσει πολλά χρόνια στην Αγγλία, φώναξε στους Βρετανούς μιλώντας τους στα αγγλικά, και σύντομα ξεκίνησε μια ζωηρή συζήτηση. 

Τελικά, οι στρατιώτες βγήκαν από τα χαρακώματα, έσφιξαν τα χέρια στην ουδέτερη ζώνη και αλληλοευχήθηκαν χαρούμενα Χριστούγεννα, μιλώντας ο καθένας στη γλώσσα του. Συμφωνήθηκε ότι την επόμενη ημέρα, ανήμερα της σημαντικότερης γιορτής των Καθολικών, κανείς δεν θα πυροβολούσε. Βάλαμε ακόμη περισσότερα κεριά στο μήκος ενός χιλιομέτρου χαρακώματος μας, αλλά και χριστουγεννιάτικα δέντρα. Οι Βρετανοί εξέφρασαν τη χαρά τους για τη φωταψία με σφυρίγματα και χειροκροτήματα. Πέρασα όλη τη νύχτα ξύπνιος, όπως και οι περισσότεροι. 

Αν και κάπως κρύα, η νύχτα εκείνη ήταν υπέροχη», αναφέρει στο ημερολόγιο του ο δάσκαλος Κουρτ Τσέμις, γερμανός υπολοχαγός τότε, που επέζησε του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και έχασε τη ζωή του στο τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αιχμάλωτος των συμμάχων. “Η ομίχλη είχε σχεδόν διαλυθεί, όταν άκουσα μια φωνή να λέει ότι Βρετανοί και Γερμανοί είχαν βγει από τα χαρακώματα και αντάλλασσαν δώρα. 

Σύντομα εμφανίστηκε ένας Σκωτσέζος στρατιώτης κρατώντας μια μπάλα ποδοσφαίρου αλλά έμοιαζε εντελώς παράταιρη με το σκηνικό της μάχης. Μέσα σε λίγα λεπτά ο αγώνας είχε αρχίσει. Το να παίζεις πάνω στον πάγο δεν ήταν καθόλου εύκολο, παρόλα αυτά προσπαθήσαμε να μείνουμε πιστοί στους κανονισμούς», αναφέρει η μαρτυρία ενός Βέλγου. 
Το ματς, χωρίς καν διαιτητή, διήρκεσε μια ώρα και οι Γερμανοί νίκησαν τελικά 3-2 (αν και δεν είχαν την ίδια τύχη και στον πόλεμο). 
Μάλιστα η αναμέτρηση έληξε γιατί η αυτοσχέδια μπάλα, από άχυρο και δεμένη με σύρμα, διαλύθηκε, χτυπώντας σε ένα συρματόπλεγμα. Άλλωστε το ίδιο πρόχειρα ήταν και τα τέρματα, φτιαγμένα από ξύλα, χλαίνες και κράνη. 
Η άτυπη εκεχειρία γρήγορα επεκτάθηκε κατά μήκος των 800 χιλιομέτρων του δυτικού μετώπου, όπου πολεμούσαν πάνω από ένα εκατομμύριο στρατιώτες. Το πρωί των Χριστουγέννων, Βρετανοί και Γερμανοί έθαψαν τους νεκρούς τους, απαγγέλλοντας από κοινού ψαλμούς του Δαυίδ. Ύστερα, έσφιξαν τα χέρια, φλυάρησαν και αντάλλαξαν δώρα με αυτούς που λίγο πριν προσπαθούσαν να σκοτώσουν. 
Ο Τζον Φέργκιουσον από τα Χάιλαντς, αναφέρει: «Τι θέαμα! Μικρά γκρουπ Γερμανών και Βρετανών σε όλο το μήκος του μετώπου. Γέλια, φωτίτσες. Και καθώς δε μπορούσαμε να μιλήσουμε, συνεννοηθήκαμε τραγουδώντας…» 
 Η ανακωχή αφορούσε στην ‘Ιπρ μόνο την παραμονή των Χριστουγέννων, σε άλλα σημεία όμως του μετώπου φαίνεται να συνεχίστηκε μέχρι την Πρωτοχρονιά του 1915. Οι στρατηγοί και των δύο πλευρών έγιναν έξαλλοι όταν έμαθαν τα γεγονότα. Εκτεταμένοι βομβαρδισμοί διατάχθηκαν τις επόμενες ημέρες, ενώ έκτοτε οι στρατιώτες δεν έμεναν σταθεροί σε ένα μέτωπο για να μην έρχονται κοντά με τους αντιπάλους. 

Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος τελείωσε το 1918, αφήνοντας πίσω του 9 εκατομμύρια νεκρούς, 21 εκατομμύρια τραυματίες, την Ευρώπη καθημαγμένη, και τους σπόρους του επόμενου μεγάλου πολέμου μέσα στη συνθήκη ειρήνης. Τα επόμενα χρόνια του πολέμου τα στρατηγεία των χωρών που πολεμούσαν φαίνεται να διέταζαν ανηλεείς βομβαρδισμούς τις ημέρες των γιορτών (προς αποφυγή ανάλογων αυθόρμητων πρωτοβουλιών;). 

Το 1999, στο σημείο από όπου ξεκίνησε η ανακωχή στήθηκε ένας ξύλινος σταυρός, για να θυμίζει εκείνο το βράδυ των Χριστουγέννων του 1914. 
Η ιστορία από γερμανικής πλευράς επιβεβαιώθηκε μόλις το 2006, από ένα βιβλίο του ιστορικού Μίκαελ Γιουργκς (εκδόσεις Bertelsmann), βασισμένο σε αδημοσίευτες επιστολές και ημερολόγια Γερμανών στρατιωτών από τα χαρακώματα. 
Η πραγματική αυτή ιστορία, που περισσότερο με θρύλο μοιάζει, περιγράφηκε κινηματογραφικά στην ταινία του Κρίστιαν Κάριον “JoyeuxNoel” («Καλά Χριστούγεννα»). 
Η «μικρή ειρήνη στο μεγάλο πόλεμο» έγινε εφικτή χάρη στην αυθόρμητη πρωτοβουλία των υποκειμένων της ιστορίας, των απλών στρατιωτών. 
Η σιγαλιά της νύχτας, το κατανυκτικό των ημερών, η πηγαία συγκίνηση επέτρεψαν την έκφραση της ανθρώπινης φύσης των στρατιωτών. Επέτρεψαν στη συναδέλφωση, τη χαρά, την ανθρωπιά, να βρουν χώρο στο φοβερό Δυτικό Μέτωπο. 
Μόνο ένας Βρετανός ταγματάρχης δυσαρεστήθηκε υποστηρίζοντας ότι «τον Γερμανό πρέπει να τον σκοτώνεις και όχι να κάνεις φιλίες». 
Ο Βρετανός έμεινε για πάντα ανώνυμος. Όχι όμως και ένας Αυστριακός δεκανέας που σημείωσε σε βιβλίο του: «τέτοιες συνεννοήσεις μεταξύ απλών στρατιωτών θα έπρεπε να απαγορεύονται». Το βιβλίο ήταν «Ο Αγών μου» και ο άσημος τότε δεκανέας ο Αδόλφος Χίτλερ. 

Έχει ιδιαίτερη αξία ότι η -ίσως- πιο γλυκιά κι ανθρώπινη ιστορία των Χριστουγέννων δεν έχει μάγους, χερουβείμ, και φάτνη, αλλά απλούς ανθρώπους, χαρακώματα και αυθορμητισμό. Έχει πόνο και σκοτωμό, μα και κάλαντα και μπάλα. Έχει καλούς και κακούς. Μα πάνω απ’ όλα έχει Ανθρώπους. 
Ανθρώπους που γίνονται διαμορφωτές της Ιστορίας ή συμμετέχουν σ’ αυτήν ως άβουλα πιόνια της. Ανθρώπους που μπορούν να συμφιλιωθούν ακόμα κι αν πολεμούν σε αντίπαλους στρατούς. Ικανούς για το καλύτερο και το χειρότερο –που πολλές φορές εναλλάσσονται το ένα με το άλλο πολύ γρήγορα. 

Ας έχουμε, λοιπόν, όλοι στο νου μας, αυτές τις ημέρες, τι πραγματικά μας φέρνει πιο κοντά, τι μας ενώνει και τι μας χωρίζει. Τι είναι αυτό που έχει αξία, τι μας ξεχωρίζει. 
Ας συμφιλιωθούμε με τον εαυτό μας, ας κοιτάξουμε με άλλο μάτι τον απέναντι, τον εχθρό, τον ξένο. Ας συντροφέψουμε τον άλλο και ας επιτρέψουμε και σ’ αυτόν να συντροφέψει εμάς. 
Τα διαχωριστικά χαρακώματα μπορούν να γεφυρωθούν. 
Τα πολεμικά τείχη μπορούν να πέσουν στο άκουσμα της Άγιας Νύχτας, του SilentNightή του StilleNacht. Τα λόγια μπορεί να είναι διαφορετικά, αλλά απλώνονται στο ίδιο πανανθρώπινο μουσικό χαλί. 
Το ίδιο κι οι άνθρωποι. Τόσο διαφορετικοί, τόσο ίδιοι! Ικανοί για τη μικρή Ειρήνη ή το μεγάλο πόλεμο. 
Κυρίως όμως ας κάνουμε ανακωχή με τους δαίμονες –τους δικούς μας και των άλλων. Άλλωστε, όπως ακούγεται και στην ταινία του Κάριον, «Μην ανησυχείτε! Είναι μόνο γι απόψε…». Ή μήπως όχι…; 

Κατσιγιαννόπουλος Κώστας 
Ψυχίατρος-Ψυχοθεραπευτής 
Αντιπρόεδρος Ένωσης Ιατρών ΓΝ-ΚΥ Λήμνου 

 ΠΗΓΗ: Limnos Report.gr
Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή, 19 Δεκεμβρίου 2014

Η παρακμή και εμείς

Θάνος Δημάδης 

      Εδώ και αρκετό καιρό είμαστε μάρτυρες μίας αέναης παρακμής της πολιτικής ζωής και όχι μόνο αυτού του τόπου. Τέσσερα και πλέον χρόνια μετά αφότου ξεκίνησε η περιπέτειά μας με τα Μνημόνια και την πολλαπλώς εννοούμενη χρεοκοπία της χώρας, η κατάσταση διαρκώς και χειροτερεύει από κάθε οπτική κι αν προσπαθήσει κανείς να την αναλύσει. Διότι, πραγματικά, τι άραγε μπορεί να περιμένει κανείς σε μία χώρα όπου οι εκπρόσωποί της έχουν καταστήσει το χυδαιολόγιο, την κατατρομοκράτηση και τον σεξισμό συνώνυμα του δημόσιου λόγου. Όπου το πολιτικό μέτρο ανάμεσα στο τι είναι εθνικό και τι ιδιοτελές συμφέρον έχει χαθεί, σε μία Δημοκρατία κολοβή και έναν ξεπεσμένο Κοινοβουλευτισμό όπου μεγάλη μερίδα των ανθρώπων που έχουν εκλεγεί δήθεν για να τον υπηρετούν, τον έχουν κατ' ουσίαν μετατρέψει σε «πλυντήριο» του μικροαστικού μικρομεγαλισμού τους. Την ίδια στιγμή που το.......γνωστό αλισβερίσι συμφερόντων συνεχίζει να παίζεται στις πλάτες των πολλών από εκείνους που με το ένα χέρι τους κουνούν υπεροπτικά το δάχτυλο στο όνομα των θυσιών που πρέπει ο κόσμος να υπομείνει, και με το άλλο χέρι κάτω από τραπέζι «ετοιμοπόλεμο» να αρπάξει τα γνωστά λάφυρα της ρεμούλας, πάντα φυσικά επ' ωφελεία του τόπου. Είναι οι ίδιοι πατριδοκάπηλοι που πιστεύουν ότι με το να διακηρύττουν την πίστη τους στα ιδεώδη της πατρίδας, εξαγνίζουν το αμαρτωλό παρελθόν τους, τότε που οι τσεκουροφόροι δεν είχαν θέση στη «Δημοκρατία». Κι όλα αυτά συμβαίνουν ενώ η κοινωνία αποσυντίθεται διαρκώς, παραλυμένη από την απελπισία του αδιεξόδου, διαβρωμένη από την τοξικότητα της αναξιοκρατίας, κατακερματισμένη από την απώλεια χιλιάδων νέων ανθρώπων που την εγκαταλείπουν νιώθοντας ότι αξίζουν κάτι παραπάνω από τη δουλοπρεπή υποχρέωση του συμβιβασμού με τη νοσηρότητα μίας αντίληψης που έχει μετατρέψει το δικαίωμα στην εργασία σε χαριστική αντιμισθία. Σε μία χώρα όπου τα κηρύγματα μίσους ενάντια σε κάθε μορφή διαφορετικότητας τρέφουν το τέρας της υποκρισίας εκ μέρους όσων εννοούν τον προοδευτισμό ως αντανάκλαση των μέτρων και των σταθμών της σκιάς τους, η ανθρωποφαγία γίνεται ανεκτή στο μέτρο της ανεκτικότητας μίας παθητικοποιημένης κοινωνίας που η πλειοψηφία της δεν δείχνει να ενοχλείται από για την ομοφοβική μισαλλοδοξία ενός Υπουργού αλλά αντιθέτως την απασχολεί ποικιλοτρόπως η μίνι φούστα μίας βουλευτή. Έχοντας χάσει την αίσθηση μεταξύ χιούμορ και απρέπειας, η αισθητική μας κατάρρευση συμβαδίζει με το ηθικό έλλειμμα λογοδοσίας εκ μέρους των εξουσιών συγκεντρωμένων στα χέρια εκείνων των ολίγων που κόβουν και ράβουν τα όρια της ανοχής μας στα δικά τους μέτρα με γνώμονα τη διατήρηση της κοινωνίας μας σε καταστολή μέχρι την τελική της αποχαύνωση, καθιστώντας την έρμαιο ενός μόνιμου φόβου ακόμα και στη σκέψη και μόνο μίας ελπίδας δανεικής. Δεν είναι λοιπόν να απορεί κανείς γιατί έχουμε σημαντικότερα πράγματα να μας απασχολούν από το αν ο Σαμαράς θα συγκεντρώσει τους 180, αν ο Παπανδρέου θα κάνει δικό του κόμμα ή αν ο Τσίπρας θα μπορέσει να συγκυβερνήσει με τον Λαφαζάνη; 
protagon.gr
Διαβάστε περισσότερα...