Τετάρτη, 31 Αυγούστου 2011

«Ένα κίνημα χωρίς ήρωες και χωρίς ουτοπίες»

ΤΟΥ ΧΑΪΝΤΣ ΜΠΟΥΝΤΕ*

Όταν βλέπει κανείς τι συνέβη το τελευταίο διάστημα στην πλατεία Ταχρίρ στο Κάιρο, στο Τότεναμ του Λονδίνου, στη λεωφόρο Ρότσιλντ στο Τελ Αβίβ, στη Μαδρίτη, την Τυνησία ή τη Χιλή, μπορεί να πάει ο νους του στις αρχές του 1968.

Και τότε, πριν ακόμη ξεκινήσουν οι εξεγέρσεις, μιλούσαν για μια νεολαία που αντιμετώπιζε κριτικά τους πολιτικούς σχηματισμούς, χωρίς ωστόσο να αμφισβητεί στο σύνολό του το πολιτικό σύστημα. Και τότε οι πρώτες διαδηλώσεις στο Καράκας, το Τόκιο, το Παρίσι, την Πράγα ή το Βερολίνο ήταν η αντίδραση σε τοπικά προβλήματα -και καθόλου συγκρίσιμες μεταξύ τους.

Έτσι και τώρα, αλλά με μία ειδοποιό διαφορά. Το 1968 ζούσε από την ουτοπία, το 2011 η πρωτοπορία της εξέγερσης πιστεύει βαθιά ότι όσο καιρό ζει όλα πήγαν στραβά. Ακόμη και αυτοί που έδιωξαν από την Τυνησία τον Μπεν Άλι, που έσυραν στην Αίγυπτο τον Μουμπάρακ στο εδώλιο, που έβγαλαν τις μάσκες από τον Βρετανό πρωθυπουργό Κάμερον και τον Ισπανό Θαπατέρο, που υψώνουν το ανάστημά τους στο Ισραήλ ενάντια στον Νετανιάχου και στη Χιλή ενάντια στον Πινιέρα, δεν πιστεύουν ότι θα έρθουν καλύτερες μέρες. Το σύστημα έχει χάσει το νόημά του. Η οικονομία πρέπει να υπηρετεί τον άνθρωπο κι όχι ο άνθρωπος την οικονομία


Κανείς δεν πιστεύει στα σοβαρά ότι μπορεί να αντιμετωπιστεί η κρίση χρέους και το ξεσάλωμα των αγορών χωρίς να...... πληρώσει το τίμημα και η κοινωνία. Σε τελική ανάλυση δεν διαφέρουμε πολύ από τους Αμερικανούς, που ζούσαν χρόνια τώρα με δανεικά. Ποιος μπορεί να αγοράσει ένα αυτοκίνητο της μεσαίας τάξης χωρίς να πάρει το σχετικό δάνειο;

Αυτή η ικανότητα των νεαρών διαδηλωτών να αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα εξηγεί και τον απίστευτα αντιηρωικό χαρακτήρα του κινήματος. Λείπουν ένας Τσε Γκεβάρα, ένας Ρούντι Ντούτσκε, μια Άντζελα Ντέιβις, που θα αφιερώσουν τη ζωή τους στο κίνημα. Ξεχωρίζουν βέβαια κάποια πρόσωπα, που σίγουρα κάποια στιγμή θα γίνουν και μόδα, αλλά κανένα από αυτά δεν θέλει να γίνει ο ηγέτης των μαζών. Αντιθέτως, κανείς δεν θέλει να αγωνιστεί μόνος, όλοι συντονίζονται και ποντάρουν στην έκπληξη.

Και δεν ακούγονται ανατρεπτικά συνθήματα. Αντιθέτως, κανείς δεν αμφισβητεί τον ατομική πραγμάτωση, τη δημοκρατία, την προστασία των μειονοτήτων, την ελεύθερη διακίνηση των ανθρώπων -απλώς θα ήθελε να τα ξαναφέρει στα θεμέλιά τους. Αυτό το κίνημα διαμαρτυρίας έχει την ιδιαιτερότητα ότι θεωρεί καλύτερο να αρχίζει να αλλάζει κάτι κάπου, παρά να αμφισβητεί το σύστημα στο σύνολό του.

Δεν έχει όνειρα για ένα εντελώς «διαφορετικό» σύστημα, έχει πολύ συγκεκριμένα προβλήματα. Στα παιδιά αυτού του κινήματος δόθηκαν μεγάλες υποσχέσεις, ότι μπορούν να γίνουν και να κάνουν ό,τι θέλουν, και μικρές δυνατότητες να τις υλοποιήσουν. Σε αντίθεση με την προηγούμενη γενιά, σήμερα οι δημιουργικές δουλειές δεν οδηγούν πουθενά, τα λεφτά δεν φτάνουν για ένα δικό τους σπίτι, ενώ και οι απομιμήσεις της Prada δεν φτιάχνουν το κέφι για πολύ καιρό.

Πλέον όλοι νιώθουν ότι είναι πάνω στο ίδιο καράβι με τους «παραπανίσιους» της γενιάς τους, με αυτούς που βολεύονται με φτηνό φαΐ, φτηνή ψυχαγωγία και φτηνό σεξ. Μια ολόκληρη γενιά έχει προφανώς χάσει την πίστη της, ότι μπορεί να ζήσει μια ζωή με σημασία -στην Τυνησία και στο Ισραήλ, στην Αγγλία και στην Ελλάδα.

Κυρίως στις χώρες με μεγάλη αύξηση πληθυσμού οι νέοι έχουν γίνει η ενσάρκωση του κοινωνικού αποκλεισμού. Και μόνο εάν συμμετέχουν σε εντυπωσιακές διαμαρτυρίες μπορούν να νιώσουν έστω για λίγο μια στιγμή κοινωνικού μεγαλείου.

Βεβαίως, συνήθως οι προνομιούχοι είναι ικανοί να διαμαρτυρηθούν. Σ’ αυτό μοιάζει η νεανική εξέγερση του 2011 με αυτήν του 1968: Φορείς της είναι νέοι άνθρωποι από γονείς που είχαν ανέβει κοινωνικά και με τεράστιες κοινωνικές ικανότητες. Μιλάνε άψογα αγγλικά, είναι σε επαφή με συνομηλίκους σε όλο τον κόσμο και προσπαθούν να γίνουν κατανοητοί με χιούμορ και γοητεία.

Σε αντίθεση με τους παλιούς ήρωες της κοινωνικής κριτικής, δεν νιώθουν την ανάγκη να κρύψουν το μικρομεσαίο στάτους τους, την αγάπη για το σαλόνι τους, την ανάγκη τους να είναι αποδεκτοί.

Είναι η αυθεντική έκφραση ενός κόσμου με αυξανόμενη συμμετοχή στην εκπαίδευση, με ευγενική συμπεριφορά του ενός προς τον άλλο, με αποδεκτή την ανάγκη της αυτοπραγμάτωσης. Και θέλουν να τελειώνουν με τον κυνισμό, στον οποίο οδηγεί ο καπιταλισμός που καταρρέει, να ξεμπερδεύουν με τη μοναχική δράση της ψεύτικης εικόνας, μιας κοινωνίας που φέρνει κέρδη για όλους.

* Ο Χάιντς Μπούντε είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Κάσελ
Τσερεζόλε Ε./avgi.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου