Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

Περιπλανήσεις

Τάσος Λειβαδίτης - (1922-1988)
Περιπλανήσεις
Κύριε, αμάρτησα ενώπιον σου: ονειρεύτηκα πολύ. Έτσι ξέχασα να ζήσω.
Μόνο καμιά φορά μ' ένα μυστικό που το 'χα μάθει από παιδί ξαναγύριζα στον αληθινό κόσμο
αλλά εκεί κανείς δε με γνώριζε. Σαν τους θαυματοποιούς που όλη τη μέρα χάρισαν τ' όνειρο στα παιδιά
και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί κι απ’ τους αγγέλους —
ο άλλος αδελφός μου πέθανε στο γηροκομείο κι όταν πήγαινα να τον δω, μου ζητούσε λίγα χρήματα τόσο παρακλητικά
που ο θάλαμος ευωδίαζε Χριστούγεννα. Και συχνά διέσχισα έναν επικίνδυνο δρόμο για να προλάβω ένα φάντασμα
ή τις νύχτες έψαχνα απεγνωσμένα μέσα στο παρελθόν μήπως και βρω μια λεπτομέρεια
που να με δικαιώνει. Άλλα εκείνο που μ' έκανε ν' απορώ είναι που υστέρα από μια ολόκληρη εξέγερση εγώ είχα ακόμα το κεφάλι πάνω στους ώμους μου.
Κι ίσως αυτό να 'γινε γιατί πάντα ένας κήπος απλωνόταν γύρω μου
χωρίς κανείς να τον βλέπει.
Και κάθε φορά που ξυπνάω δυσκολεύομαι να ξαναβρώ την ηλικία μου

ανεμίζει στο παράθυρο η κουρτίνα σα ν' αποχαιρετάει κάποιον που μόλις έφυγε —
ώ νεότητα!
Συνήθως κάθομαι στη σάλα κοιτάζοντας τον τοίχο «Όμως αν το
δεις, θα χαθείς», μου 'λεγε η μητέρα κι έκλαιγε «κι όμως, μητέρα — μόνο αν χαθώ θα το δω», και τότε ένιωθα πως

είχα έρθει από πολύ μακριά και πήγαινα ακόμα μακρύτερα κι ο αέρας μύριζε απαλά σανα 'χαμε συγχωρεθεί για όλα ή άλλοτε περπατώντας τη νύχτα ολομόναχος άκουσα ένα πιάνο να
παίζει κι οι θλιμμένες νότες του ήταν σα να 'ρχονταν. απ’ το βάθος ενός
ονείρου
ή μιας άλλης ζωής που πήγαινα; τι γύρευα; Θα ξαναγυρίσουμε ποτέ;
Άλλα τι σημασία έχει; αφού μόνο το ανεξήγητο είναι που δίνει κάποτε στα λόγια μας τη μαγεία ενός χαμένοι) δειλινού, ώρες νοσταλγίας, που μας κάνετε να ζήσουμε τρεις ζωές σ' ένα μοναχικό απόγευμα και συχνά στο διάδρομο συνάντησα πρόσωπα άγνωστα όπως όταν
έχεις χάσει το δρόμο
ή μας συμβαίνουν γεγονότα που μας φαίνονται τόσο γνώριμα, πότε τα ξαναζήσαμε; που;
Ίσως γι' αυτό κλαίω σε ώρες ακατάλληλες.
Ώ ανεκπλήρωτο, που ακόμα. κι όταν όλα μας εγκαταλείπουν εσύ αφήνεις έξω από την πόρτα μας
ένα μικρό γιασεμί.

Τελικά
μου ' μείνε αυτή η συνήθεια να κοιτάζω άλλου, έτσι σώθηκα από πολλές καταστροφές
όμως είναι πράγματα που δε θα τα μάθουμε ποτέ, όπως το μάκρος των οριζόντων
ή το βάθος της λύπης μας
κι υστέρα έρχονται εκείνες οι δύσκολες στιγμές που πρέπει ν' απαντήσεις — τι θα πεις;
Ά, Τερέζα, χάθηκες μες στον ανεμοστρόβιλο του κόσμου, αλλά το εκκρεμές θα χτυπάει πάντα στη δική σου ώρα —
θυμάσαι; κάποτε οι παράφορες μας έκαναν τους ταξιδιώτες να χάνουν το δρόμο τους
και τις δάφνες τους οι ποιητές.
Ανείπωτη στιγμή του κόσμου που δε θα τη ζήσουμε ποτέ εδώ στη
γη και τρέμει στον ουρανό με κάθε αστέρι κι οι ερωτευμένοι τα βράδια παίρνουν καθένας ένα μονοπάτι έξω
απ’ το χρόνο, μα ώσπου να γυρίσουν έχει περάσει ο καιρός κι
έχουν ξεχάσει ο ένας τον άλλον...
Κι άλλοτε συμβαίνουν γεγονότα συνταρακτικά, μα κανείς δεν τα προσέχει
όπως αυτά τα φτωχά χειρόγραφα πάνω στο τραπέζι που τ' ανεμίζει κιόλας η λησμονιά 
ή όταν ανεβαίνεις στο λεωφορείο αποχαιρέτησε το παρελθόν, γιατί δε θα 'χεις άλλη ευκαιρία να επιστρέψεις.
Κι ένα άστρο στην άκρη τ' ουρανού είναι πάντοτε ένα ζήτημα ζωής και θανάτου.
Κάποτε ο μεγάλος μου αδελφός μου 'δειξε τη φωτογραφία μιας γυμνής γυναίκας
από τότε ο χρόνος μπήκε στην παιδική μου κάμαρα. Κι αργότερα,
στο πάνω δωμάτιο, ξεψύχησε ο θείος Ηλίας κι εγώ του
'κλεισα βιαστικά τα μάτια για να μη δει πόσο μόνος έφευγε. Ώ χρυσάνθεμα των αλλοτινών καιρών, μέρες
που φύγατε για πάντα αφήνοντας μιαν αόριστη ανάμνηση από τόσους πολλούς θανάτους
και λίγο μενεξεδί απ’ το δειλινό. Ώσπου σιγά σιγά λησμόνησα. Είναι η μόνη δικαιοσύνη.
Θυμάσαι όταν ήμαστε παιδιά;
Βλέπαμε μια οπτασία να γυρίζει στο σπίτι, μια μέρα μάλιστα που κατέβηκε τη σκάλα
την ακολουθήσαμε. Όταν γυρίσαμε είχαν περάσει τα χρόνια, το σπίτι μας έπεφτε μικρό
και ξαναφύγαμε. Αγαπήσαμε, ονειρευτήκαμε, πήραμε μέρος σ' εξεγέρσεις
κι άξαφνα ένα πρωί, όταν ξυπνήσαμε, με μια γυναίκα δίπλα μας στο κρύο δωμάτιο ενός ξενοδοχείου, καταλάβαμε
πόσο λίγο είχαμε αγαπήσει τον πλησίον. Η γυναίκα κοιμόταν ακόμα. Πλησίασα στον καθρέφτη και είδα
πως ήμουν πάντα ξένος. Πού να πάω; Ένα τραίνο αντίκρυ στο σταθμό μόλις ξεκινούσε. Έβγαλα το μαντίλι μου και χαιρέτησα.
Κι έκλαψα σα ν' αποχαιρετούσα τη ζωή μου.
Βέβαια, θα έρθει κάποτε ο καιρός που όλα θα μαθευτούν, όμως εγώ δε θα πω τίποτα
ας αναλάβουν οι Γραμματείς, εγώ προτιμώ να κοιτάω με νοσταλγία
το παλιό κουρείο, ίσως γιατί εκεί διαδραματίζονται γεγονότα που δε θα τα διαψεύσουν οι επερχόμενες γενιές
έτσι, δεν εμπιστεύτηκα σε κανέναν ένα απ’ τα πιο ωραία μου όνειρα: να πεθάνω για την ανθρωπότητα
άλλωστε κι η μακροζωία μου είναι ύποπτη: συλλογιέμαι τόσο πολύ τους νεκρούς, πως να μ' αφήσουν να πεθάνω;
Και μετά τον Θεό
αγαπώ τη θλίψη — και λέω ευτυχώς, γιατί μόνον εγώ ξέρω τους λόγους
όπως τότε παιδί που έζησα σε μεγάλους φωτεινούς κήπους με ροδιές κι εξαδέλφες
κι αν ταπεινώθηκα είναι γιατί ζήλεψα τις καμπάνες: ποιος ο λόγος να υπάρχουν αν δεν τις χτυπούν.
Βγάζω το καπέλο μου και χαιρετώ
ώ χαμένη υπόθεση του κόσμου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου