Κυριακή, 31 Οκτωβρίου 2010

Μία επέτειος 2500 ετών


Αν κάποιος ρωτήσει τι έγινε το 490 π.Χ. οι απαντήσεις των περισσότερων θα αφορούν στον ημεροδρόμο στρατιώτη Φειδιππίδη, που σε συνέχεια της νίκης των Αθηναίων στη Μάχη του Μαραθώνα μετέφερε, τρέχοντας από το Μαραθώνα στην Αθήνα, το μήνυμα της νίκης του Μιλτιάδη και ξεψύχησε ψιθυρίζοντας «Νενικήκαμεν».

Προς τιμήν του άθλου του δρομέα-στρατιώτη και του θρύλου του, που αποτέλεσε την αφορμή για να γεννηθεί το αγώνισμα του Μαραθωνίου Δρόμου και για τον εορτασμό της επετείου των 2.500 χρόνων από τη Μάχη του Μαραθώνα, πραγματοποιείται σήμερα, υπό την αιγίδα του ΣΕΓΑΣ ο 28ος Κλασικός Μαραθώνιος Αθηνών, αφιερωμένος και πάλι στον πρωταθλητή, τον Βαλκανιονίκη, τον γιατρό, τον Ειρηνιστή, που συγκλόνισε ολόκληρο τον κόσμο με τη ζωή και το θάνατο του, Γρηγόρη Λαμπράκη.

Ο Κλασικός Μαραθώνιος της Αθήνας έχει θεσμοθετηθεί να διεξάγεται κάθε δεύτερη Κυριακή του Νοεμβρίου, με μοναδική εξαίρεση τη φετινή χρονιά, στη λεγόμενη Κλασσική Μαραθώνια Διαδρομή των 42.195 μ., με τη συμμετοχή δρομέων από όλο τον κόσμο. Δεν είναι μόνο ένα αθλητικό γεγονός διεθνούς εμβέλειας, ένας δύσκολος αγώνας δρόμου για λίγους, μια σκληρή διαδρομή. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο, ο Κλασικός Μαραθώνιος της Αθήνας είναι η γέφυρα που ενώνει το θρύλο με την ιστορία και αναδεικνύει τη δύναμη της ανθρώπινης θέλησης και ψυχής. Αποτελεί μια δεξαμενή αξιών, κοινωνικής συνείδησης, περιβαλλοντικής ευαισθησίας, φιλίας και αλληλεγγύης.

Για τον επετειακό 28ο Κλασικό Μαραθώνιο Αθηνών, υποβλήθηκαν περίπου 100.000 αιτήσεις συμμετοχής, εκ των οποίων τελικά θα συμμετάσχουν 12.000 δρομείς στον Μαραθώνιο, 4.000 δρομείς στο δρόμο των 5.000 μ. και 5.000 δρομείς στο δρόμο των 10.000 μ., που γίνονται παράλληλα.

Χθες το πρωί πραγματοποιήθηκε η αφή της φλόγας του Μαραθωνίου μπροστά από τον Τύμβο των Μαραθωνομάχων. Παρόντες στην τελετή ανάμματος του βωμού ...
ήταν και οι εκπρόσωποι από 20 χώρες - Αλγερία, Αυστρία, Βέλγιο, Βραζιλία, Καναδάς, Κύπρος, Εκουαδόρ, Γαλλία, Γερμανία, Ιρλανδία, Ιταλία, Νότια Κορέα, Σερβία, Σουηδία, Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής και Ελλάδα - που συμμετέχουν στον 43ο Παγκόσμιο Πρωτάθλημα Στρατιωτικού Μαραθωνίου, που διεξάγεται σήμερα στην κλασική διαδρομή ταυτόχρονα με το πανελλήνιο πρωτάθλημα και τον 28ο Κλασικό Μαραθώνιο Αθηνών.

Τα 42.195 μέτρα δεν είναι εύκολη απόσταση τόσο για άνδρες όσο και για γυναίκες.

Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο φύλων είναι, ότι οι γυναίκες έπρεπε να καταβάλουν έναν επιπλέον μαραθώνιο στον ήδη υπάρχοντα, για να μπορέσουν να ενταχθούν και να συμμετάσχουν σε ένα κατεξοχήν αντρικό αγώνισμα.

Και όπως σε όλους τους μύθους, είναι δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς την πραγματικότητα από το θρύλο.

Το 1896 στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες δεν έλαβε μυθικές διαστάσεις μόνον ο Σπύρος Λούης – ο οποίος επιβεβαίωσε τις Ελληνικές προσδοκίες τερματίζοντας νικηφόρα στο μαραθώνιο δρόμο - αλλά πληθώρα πρωταγωνιστών των ημερών εκείνων. Ανάμεσα τους μια γυναίκα την οποία όλοι αποκαλούν Μελπομένη. Η Μελπομένη αποτέλεσε μοναδική εξαίρεση όσον αφορά στη γυναικεία συμμετοχή στους πρώτους σύγχρονους Ολυμπιακούς Αγώνες, αν και τότε δεν καταγράφηκε επίσημα. Το πραγματικό της όνομα ήταν Σταματία Ρεβίθη. Αθηναϊκή εφημερίδα της εποχής αναφέρει ότι οκτώ ημέρες πριν την τέλεση του Μαραθωνίου δρόμου, η γυναίκα αυτή υπό την επίβλεψη του Δημάρχου Μαραθώνα έτρεξε την απόσταση αυτή σε 5ώρες και 30 λεπτά.

Σίγουρα η ίδια τότε δεν θα μπορούσε να σκεφθεί ότι θα αποτελέσει σύμβολο του κουράγιου και της αποφασιστικότητας, ότι ο χρόνος της θα περνούσε στην επίσημη διεθνή βιβλιογραφία και ότι θα ιδρυόταν διεθνής, μη κερδοσκοπικός φορέας ο οποίος τιμητικώς φέρει το θρυλικό όνομα Μελπομένη και έχει ως σκοπό την εκπαίδευση ανθρώπων αναφορικά με τη σχέση μεταξύ υγείας, φυσικής κατάστασης και γυναίκας.

Στην αρχή της σύγχρονης εποχής τα πράγματα δεν ήταν ευνοϊκά για το γυναικείο αθλητισμό, πόσο μάλλον για τόσο μεγάλες αποστάσεις.

Επιφυλακτικοί ήταν, μάλλον, εκπαιδευτικοί και γιατροί στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Το ιπποτικό πρόσχημα της προστασίας της γυναίκας από τους κινδύνους του αθλητισμού και γενικότερα των μεγάλων αποστάσεων καθυστέρησε για πολλές δεκαετίες την ουσιαστική της πρόσβαση σε διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις όπως οι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες.

Το 1928 καθορίσθηκε με απόφαση της Δ.Ο.Ε, ότι οι γυναίκες θα συμμετέχουν στο ολυμπιακό πρόγραμμα και στα αγωνίσματα του στίβου (δρόμοι από 100 έως 800 μέτρα). Ο μαραθώνιος δρόμος θα αργούσε πάρα πολύ για να μπει στο ολυμπιακό πρόγραμμα των αγώνων.

Μέχρι το 1982, πολλές ήταν οι γυναίκες που προσπάθησαν να τρέξουν σε μαραθώνια διαδρομή. Σε άλλες δεν επέτρεψαν να τερματίσουν, ή για άλλες δεν αναφέρθηκε ποτέ η συμμετοχή.

Όμως, όπως το 1896 έγινε ο πρώτος μαραθώνιος των ανδρών στην κλασική διαδρομή, έτσι και η πρώτη μεγάλη διοργάνωση μαραθωνίου γυναικών ξεκίνησε από τη χώρα μας. Ηταν το 1982 στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες της Αθήνας, όπου οι γυναίκες λαμβάνουν επίσημα μέρος στη πρώτη μεγάλη διοργάνωση. Νικήτρια στον αγώνα αυτόν αναδείχθηκε η Πορτογαλίδα αθλήτρια Ρόζα Μότα. Η ίδια αθλήτρια κατάφερε να κερδίσει δύο Ολυμπιακά μετάλλια, ένα χρυσό σε παγκόσμιο πρωτάθλημα με 2 ώρες και 25 λεπτά, ένα χρυσό σε παγκόσμιο κύπελλο με 2 ώρες και 26 λεπτά στο Λονδίνο και τρία χρυσά σε ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, επίτευγμα που δεν έχει κανένας άλλος μαραθωνοδρόμος, άνδρας ή γυναίκα.

Το αποκορύφωμα του ηρωισμού και της ολυμπιακής ιδέας σε μαραθώνιο δρόμο, ήταν το κατόρθωμα και ο αγωνιώδης τερματισμός της Ελβετίδας Γκαπριέλ Άντερσεν Σάιτς, στην Ολυμπιάδα του Λος Άντζελες το 1984, που παραπαίοντας 400 ολόκληρα μέτρα έφτασε κάτω από τις επευφημίες και τις παροτρύνσεις των φιλάθλων στη γραμμή του τέρματος. Η Άντερσεν στο αγώνα αυτό, θα έδινε ακόμα και την ζωή της προκειμένου να τερματίσει στον πρώτο ολυμπιακό μαραθώνιο γυναικών.

Στον Ελλαδικό χώρο, η ιστορία αρχίζει να καταγράφεται τον Οκτώβριο του 1974, όπου πραγματοποιείται στην Αθήνα ο πρώτος λαϊκός Μαραθώνιος. Σ’ αυτόν συμμετέχει η πρώτη Ελληνίδα μαραθωνοδρόμος Γεωργία Χριστοδούλου, η οποία και τερμάτισε. Στα πρακτικά του Δ.Σ. του Σ.Ε.Γ.Α.Σ αποτυπώθηκε η εντύπωση που προκάλεσε, ως μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία του Αθλητισμού Γυναικών της Ελλάδος.

Το πρώτο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα Μαραθωνίου δρόμου έγινε το 1982. Πρώτη Πανελληνιονίκης η Αλεξάνδρα Φίλη.

Μία μεγάλη μορφή του αγωνίσματος υπήρξε η Γεωργία Παπαναστασίου, Ήταν η πρώτη γυναίκα που έτρεξε την απόσταση σε χρόνο κάτω από τις τρεις ώρες. Το 1982 στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες της Αθήνας, συμμετείχε και τερμάτισε στην 22η θέση με χρόνο 3 ώρες και 18 λεπτά. Στους ίδιους αγώνες συμμετείχε και η Κίρκη Κουβαρά, που το 1982 αγωνίστηκε στο Διεθνή Μαραθώνιο του Λονδίνου και σημείωσε Πανελλήνιο Ρεκόρ 3 ώρες και 44 λεπτά.

Αμέσως μετά μία άλλη αθλήτρια η Μάγδα Πουλημένου σημειώνει Πανελλήνιο Ρεκόρ με 2 ώρες και 55 στο Πανελλήνιο Πρωτάθλημα στις Σέρρες το 1987.

Οι πρώτοι Βαλκανικοί Αγώνες Γυναικών έγιναν στην Κωνσταντινούπολη το 1990 με νικήτρια την Μαρία Πολύζου, η οποία με 2 ώρες και 50 λεπτά σημείωσε Βαλκανικό Ρεκόρ.

Η ιστορία των πρώτων Βαλκανικών αγώνων γυναικών γράφτηκε με ένα ιδιαίτερο τρόπο. Η Πολύζου είχε προκριθεί να αγωνιστεί στους Βαλκανικούς Αγώνες στο αγώνισμα των 1500 μέτρων, όπου και αγωνίστηκε, καταφέρνοντας μάλιστα να πάρει την 5η θέση στα Βαλκάνια.

Την επομένη ημέρα που ήταν ο Μαραθώνιος Γυναικών, παρακάλεσε τον αρχηγό αποστολής της Ελληνικής Ομάδας να της επιτρέψει να αγωνιστεί ακόμα και εκτός συμμετοχής.

Οι αντιρρήσεις ήταν αρκετές και έπειτα από την επιμονή της αθλήτριας αποφάσισαν να συζητηθεί το αίτημα στη τεχνική σύσκεψη, λίγες ώρες πριν το αγώνισμα.

Η απόφαση ήταν θετική για την Πολύζου να αγωνιστεί, αλλά παρέλειψαν να την ενημερώσουν ότι θα αγωνιζόταν. Το έμαθε εντελώς τυχαία και μόλις 3 ώρες πριν το αγώνισμα. Η Πολύζου μετά από ένα πολύ δύσκολο αγώνα, με βροχή και δυνατό χαλάζι επί μισή ώρα, κατάφερε να νικήσει τον αγώνα με Βαλκανικό Ρεκόρ και να ακουστεί ο Εθνικός ύμνος της Ελλάδας μέσα στο Εθνικό Στάδιο της Κωνσταντινούπολης.

Η πρώτη Ελληνίδα Μαραθωνοδρόμος που συμμετείχε σε Ολυμπιακούς αγώνες ήταν και πάλι η Μαρία Πολύζου. Παρότι κατάφερε να δημιουργήσει Πανελλήνιο Ρεκόρ με 2 ώρες 33 λεπτά και 43 δευτερόλεπτα και να πιάσει το υψηλό όριο πρόκρισης για τους Ολυμπιακούς Αγώνες της Ατλάντας, που θα γιορτάζονταν τα 100 χρόνια από την έναρξη των σύγχρονων Ολυμπιακών Αγώνων, η Ομοσπονδία και ο Εθνικός Προπονητής της ανακοίνωσαν ότι δεν συμπεριελήφθη στην Ομάδα, με το πρόσχημα ότι μπορεί να μην τερματίσει. Η αθλήτρια ανακοίνωσε στην Ομοσπονδία, ότι θα μεταβεί στην Ατλάντα με δικά της έξοδα, να προετοιμαστεί κατάλληλα για τον δύσκολο αγώνα του Μαραθωνίου δρόμου κάτι που έγινε.

Τελικά η Ομοσπονδία της έδωσε την άδεια να αγωνιστεί και η Μαρία Πολύζου όχι μόνο τερμάτισε τον αγώνα, αλλά να μπήκε στο κατάμεστο Ολυμπιακό στάδιο της Ατλάντα κρατώντας ένα ελληνικό σημαιάκι στο χέρι που κουνούσε μπρος στους θεατές. Η κίνηση αυτή είχε ως αποτέλεσμα η κάμερα των αγώνων να δείχνει την ελληνίδα αθλήτρια επί 500 μέτρα μέσα στο στάδιο, δισεκατομμύρια θεατές σε όλο το κόσμο να βλέπουν την εικόνα αυτή και οι σχολιαστές όλων των τηλεοπτικών καναλιών, να μιλούν για το ελληνικό αγώνισμα του μαραθωνίου και την Ελλάδα. Για την ιστορία να πούμε ότι τα εισιτήρια και η παραμονή της αθλήτριας στην Αμερική πληρώθηκαν τελικά από την ίδια την αθλήτρια.

Το 1997, η Πολύζου κατέλαβε την 12η θέση στον Παγκόσμιο Πρωτάθλημα στίβου της Αθήνας, με Πανελλήνιο Ρεκόρ κλασικής διαδρομής 2:39:10, ρεκόρ που καμία άλλη αθλήτρια δεν κατάφερε να σπάσει. Το Πανελλήνιο Ρεκόρ μαραθωνίου δρόμου γυναικών κατέχει ακόμα και σήμερα η ίδια με 2:33:40 επίδοση που σημείωσε στους Πανευρωπαϊκούς Αγώνες της Βουδαπέστης το 1998 όταν κατέλαβε την 10 θέση.

Στον σημερινό επετειακό 28ο Κλασικό Μαραθώνιο, περισσότεροι από 1.800 εθελοντές έχουν τεθεί ήδη στην διάθεση της οργανωτικής Επιτροπής σπάζοντας κάθε προηγούμενο ρεκόρ.

Η πρώτη επίσημα καταγεγραμμένη Ελληνίδα μαραθωνοδρόμος Γεωργία Χριστοδούλου παραμένει η πιο πιστή εθελόντρια του μαραθωνίου. Με τεράστια αποθέματα δυνάμεων και αγάπης προς το μαραθώνιο, εργάζεται κάθε χρόνο εθελοντικά πολλές μέρες πριν το μαραθώνιο συσκευάζοντας τις τσάντες για τους δρομείς, ενώ τη μέρα του αγώνα υποστηρίζει τους δρομείς δίνοντάς τους ένα ποτήρι νερό κάπου στη διαδρομή. Μια άλλη, ακόμα λιγότερο επώνυμη μαραθωνοδρόμος η 80χρονη σήμερα κ. Γεωργία Βαρέλη δίνει κάθε χρόνο το παρόν στην κλασική διαδρομή, δίνοντας κι αυτή νερό στους αθλητές και φωνάζοντας "μπράβο". Και οι δυο τους έχουν βραβευθεί για αυτή ακριβώς την προσφορά.

ΚΥΡΙΕΣ ΠΗΓΕΣ : ΣΕΓΑΣ, www.atiner.gr/docs/Polyzou.doc


Διαβάστε περισσότερα...

Σάββατο, 30 Οκτωβρίου 2010

Ο Αμαζόνιος είναι ζωντανός!

Παρά τη συνεχή και εκτεταμένη καταστροφή του (αποψίλωση, μόλυνση κ.ά.) ο Αμαζόνιος και τα τροπικά δάση του παραμένουν ένας παράδεισος βιοποικιλότητας. 

Οπως δείχνουν τα στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα το WWF, σχεδόν κάθε 72 ώρες στον Αμαζόνιο εντοπίζεται κάποιο άγνωστο ως σήμερα είδος χλωρίδας ή πανίδας. Τη δεκαετία 1999-2009, κατά τη διάρκεια της οποίας μάλιστα είχε ενταθεί η καταστροφή του ποταμού και των δασών του, είχαν ανακαλυφθεί περισσότερα από 1.200 είδη φυτών και ζώων. Ανάμεσα στις πιο εντυπωσιακές και ενδιαφέρουσες ανακαλύψεις συγκαταλέγονται ένα νέο είδος βόα ανακόντα μήκος τεσσάρων μέτρων, ένας «καραφλός» αλλά πολύχρωμος παπαγάλος και ένα μικρό, τυφλό, κόκκινο γατόψαρο. 

Η έκθεση του WWF έχει τον χαρακτηριστικό τίτλο «Ο Αμαζόνιος είναι ζωντανός!» και με τη δημοσιοποίησή της η περιβαλλοντική οργάνωση θέλει να τονίσει την ανάγκη να ληφθούν νέα και αποτελεσματικότερα μέτρα προστασίας για τον μεγαλύτερο πνεύμονα του πλανήτη. Στον Αμαζόνιο ζει το 1/10 του συνόλου των ειδών χλωρίδας και πανίδας του πλανήτη, πολλά εκ των οποίων μάλιστα είναι ενδημικά και δεν υπάρχουν πουθενά αλλού στον κόσμο. Αν και για αιώνες ο Αμαζόνιος και τα δάση του παρέμεναν ανέγγιχτα από τον άνθρωπο, μέσα σε διάστημα 50 ετών έχει αποψιλωθεί το 17% των δέντρων για να δημιουργηθούν καλλιεργήσιμες εκτάσεις και βοσκοτόπια.
Διαβάστε περισσότερα...

Τηλεοπτικά έθιμα

Tου Παντελη Μπουκαλα
Εχει αποκτήσει και η τηλεόραση τα έθιμά της στα χρόνια που λειτουργεί. Ενα από αυτά, που το τηρεί απαρεγκλίτως, είναι τα πρόχειρα ρεπορτάζ-τεστ, με την ευκαιρία των εθνικών εορτών. Με το μικρόφωνο στο χέρι, οι ρεπόρτερ εντοπίζουν νεαρούς και τους επιτίθενται με την ερώτηση «τι ξέρεις για την 28η Οκτωβρίου» ή την 25η Μαρτίου. 

Και χρόνια τώρα πληροφορούμαστε ό,τι ακριβώς θέλουν να μας πληροφορήσουν τα κανάλια, προφανώς για να αναδείξουν εμμέσως τον σπουδαίο παιδευτικό τους ρόλο: ότι τα άθλια Ελληνόπουλα είναι τραγικώς ανιστόρητα· μπερδεύουν τους Ιταλούς με τους Γερμανούς και τους Γερμανούς με τους Τούρκους. Ετσι όπως πάει, το 2020 θα μας φέρουν άλλα ρεπορτάζ για να μας πείσουν ότι τα παιδιά πιστεύουν πως το '40 οι Ελληνες πολέμησαν με τους Τρώες κάπου ανάμεσα στις Θερμοπύλες και τα Δερβενάκια.


Αν η εντολή είναι να φτιάξεις ένα επιπλέον ρεπορτάζ ηθικού πανικού («πάει, χάθηκε το έθνος!»), τίποτα πιο εύκολο. Ρωτάς, μεταξύ αστείου και αστειότερου, είκοσι ανθρώπους και με λίγη δημιουργική διαχείριση επιλέγεις μόνο τις απαντήσεις που ταιριάζουν με το προαποφασισμένο πόρισμά σου: την αδαημοσύνη των νέων. Εφόσον, για τις προδιαγραφές σου, το σωστό δεν....αποτελεί είδηση γιατί δεν σου επιτρέπει να μοιρολογήσεις και να χλευάσεις, αποκλείεις τις σωστές απαντήσεις (ή κρατάς μία στις είκοσι, σαν ξεθυμασμένο αλατοπίπερο) και προβάλλεις οδυρόμενος όσες «αποκαλύπτουν» πως οι μαθητές, ύστερα από χρόνια στο θρανίο και στις σχολικές γιορτές, ουδέν γνωρίζουν για την ιστορία - και μάλιστα την ιστορία των παππούδων τους, όσον αφορά το '40.

Το ότι ορισμένοι ενδέχεται να απαντούν «δεν γνωρίζω» για χαβαλέ ή για να διαμαρτυρηθούν με τον τρόπο τους που τους θεωρούν χαϊβάνια, μάλλον δεν το μετράνε στα κανάλια. Αν, ωστόσο, κόπτονται για την ιστορική μνήμη, ιδού πεδίο δόξης λαμπρό: Ας μπουν στον κόπο να τιμήσουν τις επετείους και μ' έναν τρόπο που θέλει λίγη παραπάνω σκέψη και αίσθημα (και χρήμα βέβαια, για να μιλήσω τη γλώσσα τους) από το να δείχνουν για χιλιοστή φορά την «Υπολοχαγό Νατάσσα» τον Οκτώβριο και τη «Μαντώ Μαυρογένους» τον Μάρτιο.
Διαβάστε περισσότερα...

Hawkwind - The Psychedelic Warlords


We're sick of politicians harassment and laws
All we do is get screwed up by other people's flaws
World turned upside down now there's nothing
else to do
But live in concrete jungles that just block
up the view

And that ain't no joke, you can disappear in smoke
And that ain't no joke, you can disappear in smoke
I'm telling you, that ain't no lie

You think you know the answers but we don't tell no lies
We can take you anyway thro' seven different highs
World turned upside down now, there's nothing else
to do, but live in concrete jungles, but they block up the views

Διαβάστε περισσότερα...

Παρασκευή, 29 Οκτωβρίου 2010

Εικονική Πραγματικότητα

Του Θανάση Θ. Νιάρχου


Αν συνεχίσει να λέγεται η µισή ή το ένα τέταρτο της αλήθειας, θα το πληρώσουµε όλοι µας ακόµη πιο ακριβά απ’ ό,τι το έχουµε πληρώσει ώς τώρα, τόσο σε οικονοµικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο.

Δεν µιλάµε για το πνευµατικό, αφού αυτό, εξ ορισµού, ελάχιστους πια ενδιαφέρει. Πρωινές και µεσηµεριανές κουτσοµπολίστικες εκποµπές, συχνά και βραδινές (αν και µε το πρόσχηµα της αποκαλυπτι- κής, τάχα µου, κριτικής οι τελευταίες), είναι πια τόσο σοβαρά µεγάλο το ποσοστό στα δέκα εκατοµµύρια των Ελλήνων που τις παρακολουθεί, ώστε δεν γίνεται να στρουθοκαµηλίζουµε.

Κι αν αυτά που θα µπορούσαν να ειπωθούν ή να καταγγελθούν δεν θα έφταναν ποτέ στα αυτιά ή δεν θα διαπερνούσαν τη συνείδηση εκείνων που τις παρακολουθούν, το ερώτηµα είναι πια πώς δραστηριοποιούνται οι υπόλοιποι, ώστε αυτό το ποσοστό να αισθανθεί ένα είδος «κοινωνικού» αποκλεισµού.


Μια και δεν τίθεται θέµα επιλογής και ελευθερίας (δεν γίνεται ο καθένας που του αρέσει να τσαλαβουτάει στον βούρκο, να επικαλείται ως επιχείρηµα την ενηµέρωση και την κριτική), δεν τίθεται και θέµα οποιαδήποτε άποψη κι αν διατυπωθεί να µπορεί να χαρακτηριστεί αντιδηµοκρατική ή ρατσιστική. Δεν υπάρχει καµιά αµφιβολία πως ένα τόσο µεγάλο ποσοστό ανθρώπων που αδρανοποιείται µε το να χώνεται µέσα σ’ ένα τόσο απατηλό κουκούλι, ενώ το εκλαµβάνει ως µια µορφή της πραγµατικότητας, γίνεται στην ουσία ανήµπορο ακόµη και για τη στοιχειωδέστερη καθηµερινή, πέραν του στενού συµφέροντός του, σχέση.
Σε τελευταία ανάλυση, αν όλοι κι όλα υφίστανται για να µας εξαπατούν και να µας κοροϊδεύουν, δεν γίνεται την πιο απροσχηµάτιστη µορφή του, όπως αυτή του τηλεοπτικού κουτσοµπολιού, να τη θεωρούµε ως κάτι νόµιµο επειδή συµβαίνει να είναι πάµπολλοι οι θιασώτες της. Οπως επίσης δεν υπάρχει καµιά......αµφιβολία (επειδή πρόκειται για ανθρώπους που αδυνατούν να διαχειριστούν οτιδήποτε σοβαρό συµβαίνει µέσα τους και γύρω τους) ότι η εύκολη κρίση και κατάκριση για το θέαµα αρένας που στοιχειώνουν οι κουτσοµπολίστικες εκποµπές τούς κάνει να φαντάζονται πως διατηρούν ένα αίσθηµα αναπτυγµένης κριτικής για τα πολιτικά κακώς κείµενα!
Το ακόµη χειρότερο είναι πως µια αντίστοιχη «τροφοδοσία» που γίνεται επί καθηµερινής ή εβδοµαδιαίας βάσεως οργανώνει την επόµενη µέρα ή την επόµενη εβδοµάδα µε την αναµονή της, ώστε όποιο µείζον θέµα υφίσταται ή πρόκειται να προκύψει, εκ των πραγµάτων, να παραµερίζεται ακόµη και για την πιο γρηγορούσα συνείδηση. Το διαστρεφόµενο και ανατρεφόµενο µε τις πρωινές, µεσηµεριανές και βραδινές κουτσοµπολίστικες εκποµπές κοινό, οποιασδήποτε ηλικίας, συνιστά µια εύφλεκτη κοινωνικά ύλη που κι αν ακόµη στερείται τον δηµόσιο λόγο, ροκανίζει εσωτερικά τους αρµούς τους κοινωνίας µε κορυφαία έκφραση το αλλοπρόσαλλο της ψήφου της. Δεν ξεφεύγω από την πραγµατικότητα όταν αποχαυνώνοµαι µε την καρικατούρα της.
Δεν χρειάζεται να είναι κανείς φιλόσοφος για να καταλάβει σε ποιον βαθµό µια τηλεοπτική ιστορία πρωινής, µεσηµεριανής και βραδινής χυδαιότητας, απροκάλυπτης ή καλυµµένης, που µετράει δεκαετίες έχει συµβάλει τα µέγιστα στην εξοικείωση µ’ ένα αποκτηνωµένο πολιτικά ήθος. Ετσι ώστε αµετροέπειες, ψέµατα, σκάνδαλα να αλέθονται οµού, µε ανύπαρκτο στην ουσία αντίτιµο, µέσα σε ένα καζάνι που έχει τόσο εύκολη την αδικαιολόγητη συγχώρεση όσο και τον αδικαιολόγητο εξανδραποδισµό. Με συνέπεια να εκστασιαζόµαστε ακόµη και µπροστά στη φωτογραφία ενός δύσµοιρου δηµοτικού συµβούλου και να φανταζόµαστε ότι κάποιο ρόλο µπορεί να παίξει ώστε ν’ αλλάξουν, προς το καλύτερο, τα πράγµατα. Η µαγγανεία της τηλεοπτικής εικόνας δεν µας επιτρέπει καν να σκεφτούµε πως µπορεί µεν να απέτυχε ο Χριστός, αλλά ο πολιτευτής της γειτονιάς µας σίγουρα θα τα καταφέρει. 
Ο Θανάσης Θ. Νιάρχος είναι ποιητής, συνεκδότης του περιοδικού «Η Λέξη».
Διαβάστε περισσότερα...

Ζωή Μέσα στη Λάσπη


Τέσσερις ηµέρες αφότου ένας σεισµός µεγέθους 7,7 ρίχτερ έστειλε ένα τσουνάµι ύψους τριών µέτρων στα νησιά Μεντάουι, ανατολικά της Σουµάτρας, 370 άνθρωποι έχουν εντοπιστεί νεκροί και άλλοι 338 άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούνται. Μικρά θαύµατα συµβαίνουν ακόµα: ένα µωρό 18 µηνών βρέθηκε χθες ζωντανό πάνω σε ένα δέντρο, εκεί όπου προφανώς το έριξε το γιγάντιο κύµα. Και οι δύο γονείς του όµως είναι νεκροί, όπως και ο σύζυγος της γυναίκας που βλέπετε να κλαίει γοερά, µαζί µε τις δύο της κόρες. Το (πανάκριβο) σύστηµα προειδοποίησης για τσουνάµι που εγκαταστάθηκε µετά το µεγάλο τσουνάµι του 2004 δεν δούλεψε, λένε αξιωµατούχοι, κρίσιµες συνιστώσες του βρίσκονται εκτός λειτουργίας από τον περασµένο µήνα λόγω κακής συντήρησης. Υπάρχουν πάντως και αυτοί που υποστηρίζουν πως το επίκεντρο του σεισµού ήταν τόσο κοντά στα νησιά και το τσουνάµι χτύπησε τόσο γρήγορα (µέσα σε δέκα λεπτά) που καµία προειδοποίηση δεν θα είχε σώσει ανθρώπους. 
Διαβάστε περισσότερα...

"Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών"

Το ένα πέμπτο του ζωικού βασιλείου και της παγκόσμιας χλωρίδας απειλείται με εξαφάνιση, σύμφωνα με τους επιστήμονες που συνέταξαν την έκθεση Red List of Threatened Species (Κόκκινη Λίστα Απειλούμενων Ειδών). Χάριν, ωστόσο, στις προσπάθειες που καταβάλλουν από κοινού περιβαλλοντικές οργανώσεις, οργανισμοί και κυβερνήσεις, έχει σωθεί ένας σημαντικός αριθμός σπάνιων ειδών.

Αυτές τις ημέρες διεξάγεται στην Ιαπωνία υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών η παγκόσμια διάσκεψη για τη βιοποικιλότητα.

Με την αφορμή αυτή δόθηκε στη δημοσιότητα η εν λόγω έρευνα, σύμφωνα με την οποία τα αμφίβια εξακολουθούν να αποτελούν την κατηγορία αυτή των ζώων που απειλούνται σε μεγαλύτερο βαθμό (το 41% των ειδών) σε σχέση με όλα τα υπόλοιπα.
Οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφονται στη νοτιοανατολική Ασία, λόγω της απαλλοτρίωσης εδαφών και της αποψίλωσης των δασών.


"Η ραχοκοκαλιά της βιοποικιλότητας διαβρώνεται" δήλωσε, μιλώντας στο BBC, ο καθηγητής, Έντουαρτ Γουίλσον, του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και πρόσθεσε πως "ένα σκαλοπάτι παραπάνω στον κατάλογο Red List of Threatened Species είναι ένα τεράστιο άλμα προς την εξαφάνιση. Και είναι μόνο ένα μικρό παράθυρο σε σχέση με τις......απώλειες σε παγκόσμιο επίπεδο".

Κινήσεις, ωστόσο, όπως η απαγόρευση της φαλαινοθηρίας, έχει φέρει αποτελέσματα, καθώς ο πληθυσμός τους ολοένα και αυξάνεται, σύμφωνα με τον Έντουαρτ Γουίλσον, με αποτέλεσμα να αφαιρεθεί το είδος αυτό από τον εν λόγω κατάλογο των ζώων υπό εξαφάνιση.

Εν τω μεταξύ, μια δεύτερη μελέτη, που δημοσιεύεται στο επιστημονικό περιοδικό Science, θέτει ερωτήματα όπως που θα οδηγηθεί στο μέλλον ο πλανήτης από τη μία πλευρά λόγω της υπερεκμετάλλευσης του φυσικού πλούτου και από την άλλη πλευρά με τις συνεχείς προσπάθειες σωτηρίας και διάσωσης της χλωρίδας και της πανίδας.
Διαβάστε περισσότερα...

Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου 2010

Μη με ρωτάς......

Τα πολυβόλα σωπάσαν
Οι πόλεις αδειάσαν και κλείσαν
Ένας βοριάς παγωμένος
Σαρώνει την έρημη γη

Στρατιώτες έρχονται
Πάνε, ρωτάνε γιατί πολεμήσαν
Κι εσύ ησυχάζεις
Το δάχτυλο βάζεις
Να βρεις την πληγή

Μη με ρωτάς, δε θυμάμαι
Μη με ρωτάς, μη με ρωτάς,μη με ρωτάς
Μη με κοιτάς, σε φοβάμαι
μη με κοιτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς

Στην πολιτεία βραδιάζει
Το χιόνι τις στέγες σκεπάζει
Ένα καμιόνι φορτώνει
Και κόβει στα δυο τη σιγή ...


Περιπολία στους δρόμους
Και κάποια φωνή που διατάζει
Κι εσύ ησυχάζεις
Το δάχτυλο βάζεις
Να βρεις την πληγή ...

Μη με ρωτάς, δε θυμάμαι
Μη με ρωτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς
Μη με κοιτάς, σε φοβάμαι
Μη με κοιτάς, μη με ρωτάς, μη με ρωτάς



Στίχοι: Λευτέρης Παπαδόπουλος
Μουσική: Μάνος Λοΐζος
Πρώτη εκτέλεση: Μάνος Λοΐζος

Διαβάστε περισσότερα...

Oύτε κοκόρι δε λαλούσε σ’ όλο το χωριό...

Oύτε κοκόρι δε λαλούσε σ’ όλο το χωριό. Eξιστορεί μια Hπειρώτισσα νοικοκυρά

Tα θυμούμαι όλα, θα σας τα πω. Δευτέρα, πριν ξημερώσει, ώρα 3-4 το πρωί, δεν μπορούσα να κοιμηθώ, διάβαζα εφημερίδα, περιμέναμε πόλεμο. «Δε μας αφήνεις και μας να κοιμηθούμε», λέει ο άντρας μου. Kαλά καλά δεν το ’πε, ακούμε μπουμπουνητό, βροντές, «αχ τα σκυλιά μάς χτύπησαν, σηκωθείτε» φώναξε κείνος. Σηκωθήκαμε. Bγαίνομε στο παράθυρο κι οι τρεις, ο άντρας μου εγώ κι η κόρη μας, η πολιτεία είχε φωτίσει, όλος ο κόσμος στο ποδάρι άναψε λάμπες και βλέπαμε κάτω στον κάμπο τις φωτιές και τις αναλαμπές που ρίχναν περ’ απ’ τη Γέφυρα τα κανόνια. H Γέφυρα ήταν σύνορο, εμείς πάνω στα σύνορα.

Ήρθε ο παραγιός μας: «Πόλεμος», λέει, «μαζευτήκανε οι άντρες στην πλατειούλα κι είπαν να πάρομε ό,τι πολύτιμο έχομε να φύγομε». Mα πάλι την πρώτη μέρα εκείνη δεν έγινε τίποτα, δε φύγαμε. Eίχα κατέβει μάλιστα στον κήπο μας, μάζευα φασόλια· ήρθε ο άντρας μου: «Tι μαζεύεις; Πόλεμος είναι, δε θα μείνει τίποτα». «Oύτε φασόλια;» ρώτησα εγώ. Πήγε ύστερα, σήκωσε λεπτά, ράψαμε και σακουλάκια, τα δέσαμε πάνω μας. «Γιατί δεν τα βαστάς όλα πάνω σου;» ρωτώ εγώ τον άντρα μου. «Oυ καψογυναίκα, ξέρεις κι αν θα βρεθούμε μαζί, αν μας χωρίσουν;»

Tο βράδυ μαζευτήκαν ως 30 συγγενείς και γειτόνοι, μεγάλοι και παιδιά, να μείνουνε μαζί στο σπίτι μας. Ήρθαν χτυπήσαν την πόρτα μας να πάρουν τα ζώα, είχαμε 8 άλογα και φοράδες, τα θέλαν για να φύγουν οι δημόσιοι υπάλληλοι, δεν τα δώσαμε. Όλη νύχτα ορθοί, ακούγαμε τα κανόνια.


Πέρασε κι η Tρίτη έτσι. Tετάρτη μεσημέρι κάψαν τη στρατώνα, φωνάξαν τον κόσμο πήρε τρόφιμα, κονσέρβες, ύστερα βάλαν φωτιά ο Στρατός και φύγαν. Tο ίδιο μεσημέρι φάνηκαν στον κάμπο οι Aλβανοί με τ’ άσπρα φέσια μπρος κι Iταλοί με σημαίες. Στην πολιτεία μας που είναι στο ψήλωμα ήρθαν απόγευμα. Mαζευτήκαμε όλοι στα σπίτια, ο άντρας μου καθώς μπήκε στην.....πόρτα μέσα λιγοθύμησε, «αχ θα μας φαν» είπε κι απ’ το κακό του έπεσε, πού να τον σηκώσομε· η κόρη μας έτρεξε κι έκαψε πανί, το ’βαλε στη μύτη του να τον τσικνίσει, συνέφερε. Ύστερα ήρθε κάποιος ειδοποίησε να κατεβεί ο άντρας μου στην αγορά. Eκεί ένας ρουμανόβλαχος περιβόητος ζήτησε οδηγούς να οδηγήσουν τους Iταλούς στα βουνά, καλοπιάνανε τον κόσμο. Tον αφήσαν να λέει.


Στο μεταξύ ο στρατός μας είχε λάβει διαταγή και βγήκε τα ψηλώματα, σε μέρος στενό προς το ποτάμι, εκεί που περνά κατάμεσα στην κλεισούρα. Eκεί χτυπήθηκαν πρώτη μάχη σκληρή, κατεβάζαν πληγωμένους Iταλούς με ζώα, κατεβάζαν πολλούς απ’ τη δημοσιά κι από κει με αυτοκίνητα. Kαι τ’ αεροπλάνα τους χαμηλά, βλέπαμε τους πιλότους. Δικό μας κανένα. Kι ολοένα περνούσαν κι άλλοι, όλοι απ’ την πόρτα μας περνούσανε, πολύ νέα παιδιά κι οι αλπινιστές που τους είπαν ύστερα κοκορόφτερους. Mάθαμε πως τους χτύπησαν από δυο πλευρές, κλεισμένοι αυτοί, τους τσάκισαν. Nομίζαμε μάλιστα τότες πως φεύγουν, ο κάμπος μαύρος από στρατό κι αυτοκίνητα, κάπως πήραμε χαρά μα την ίδια μέρα ήρθε άλλη μεραρχία, οι μάχες συνεχίζανε, οι Aλβανοί αρχίζουνε κλεψιές. Στο σπίτι μας δεν ήρθαν, είχαμε και τρώγαμε, όσα έχομε όλα τα κάνομε χαλάλι, να κοιτάξομε πώς θα ζήσομε.


Στις 10 Nοεμβρίου ήτανε, είχε πεθάνει ένας ανιψιός μας στρατιώτης. Tον είχαν επιστρατέψει, αυτός άρρωστος δεν πρόλαβε να πολεμήσει, αρρώστησε τον φέραν και πέθανε. O άντρας μου ετοιμάστηκε να πάει ν’ αποχαιρετήσει το νεκρό, καθώς συνηθίζαμε. Kείνη την ώρα ήρθαν τρεις τέσσερις καραμπινιέροι και τον παίρνουν. Eγώ τάιζα τα ζώα στο στάβλο, άρμεγα και τις δύο αγελάδες μας. Bγαίνω πάνω, βλέπω τον παίρνουν με τρεις άλλους μαζί πως τους θέλει ο μαρσάλος, μου κόπηκαν τα γόνατα μα δε μιλώ. Περνά η ώρα, δεν φαίνουνται, παίρνω έναν συγγενή μας γηραλέο κουφό, πάω γυρεύοντας, δε μ’ αφήνουν, κάθομαι περιμένω, τους παίρνουν λέει όμηρους. «Kάτσε κοντά στα παιδιά», μου μήνυσε. Δεν τον είδα. Tους πήραν –ένας που τον είχαμε τρόφιμο μες στο σπίτι μας, κάπως σαν αγαθός, αυτός έτρεχε ξοπίσω μέχρι τ’ αυτοκίνητο και φώναζε: «Καλό μάστορα, καλό».

Eμείς μέσα, φόβος και τρόμος. Στην πόρτα της αυλής μας πληγωμένοι σωρός. Ήρθαν Aλβανοί με τα όπλα, πήραν τα ζώα. Θα μας σκοτώσουν κι εμάς, τρέμαμε. Δεν είχανε και τροφοδοσίες, υποφέρανε. Ένα δυο Iταλοί μπήκαν μέσα στον κήπο, τρώγανε κολοκύθια, φασολάκια ωμά. Ένας ήτανε ανεβασμένος σε μιαν αχλαδιά έτρωγε και μου φώναζε: «Μάμα μία μπόνο».

Nοεμβρίου 13 βγάλαν διαταγή να φύγει ο πληθυσμός, ό,τι μπορεί να σηκώσει θα πάρει. Tι να πάρομε, κάτι ρούχα, ψωμί-τυρί σε τσουβάλι, πήρα και τη σημαία μας. Φορτώσαμε και κάτι βελέντζες στο γαϊδουράκι μας, κινήσαμε απ’ το σπίτι μας με κλάματα, η κόρη μας ήθελε να τα κάψομε να μην τα πατήσουνε, της έλεγα: «Θα γυρίσομε…» Πήγαμε την πρώτη νύχτα σ’ άλλο σπίτι, για πιο κοντά στο δρόμο που θα πάρομε. Στο σπίτι αυτό είχε μείνει στρατός, ψειριάσαμε απ’ την πρώτη νύχτα. Tην άλλη μέρα πήραμε το δρόμο προς τ’ Aλβανικό, απ’ τα ψηλώματα, φεύγαν οι γειτονιές όλες, ένα γύρω σκάζαν όλμοι, γίνουνται μάχες, χτυπιούνται οι στρατοί. Kοντά στην Πολιτεία κάτω απ’ το σπίτι μας ήταν τα μεταγωγικά, βλέπομε τη φωτιά, κλαίμε, μας λυπούνται οι στρατιώτες Iταλοί που μας πάνε: «Κρίμα, κρίμα, πόλεμο…»

Στη γέφυρα την παλιά μάς περιμένουν αυτοκίνητα, στρατός πολύς μαζεμένος εκεί, φόβος. Πήγαν να μας βάλουν σ’ άλλο αυτοκίνητο την κόρη μου κι εμένα χωριστά, βάλαμε φωνές, βρεθήκαν εκεί Aλβανοί φίλοι του σπιτιού μας, κάναν εμπόριο ζώα και σφαχτά με τον άντρα μου. «Θέλετε ψωμί, θέλετε παράδες…» «Δε θέλομε, ας είστε καλά». Xάσαμε και το φορτωμένο γαϊδουράκι μας.

Στ’ Aλβανικό που φτάσαμε, στην πολιτεία, και κει τρομοκρατία, οπισθοχωρούνε τώρα κι οι Iταλοί. Eκεί έχομε ντόπιους φίλους, μας κοιμίσανε, πλυθήκαμε. Σε 2 μέρες, διαταγή ν’ αδειάσομε και το μέρος εκείνο, μπήκαν και μας φοβέριζαν με τον υποκόπανο, μας βγάζουν απ’ τα σπίτια των Aλβανών, τώρα φεύγομε μια συνοδεία, όλοι μαζί, φορτωμένοι για το δάσος, έχει εκεί και σπηλιές, φτάσαμε και στρώσαμε, ήτανε ζεστά. Πάνω απ’ τη σπηλιά μας στο γκρεμνό ήταν ένα μελίσσι, το μέλι κρεμασμένο χοντρό, πού να το φτάσομε… Πεινούσαμε. Kι η αγωνία μεγάλη, πού ύπνος, λέγαν πως οπισθοχωρούσανε αυτοί και προχωρούσανε οι δικοί μας. Ξανά έρχεται διαταγή, φωνάζει τελάλης να γυρίσομε πίσω, στην πολιτεία, κινήσαμε πάλι, τις 3 ώρες τις κάναμε τριπλές, πείνα, κούραση. Bλέπομε από μακριά προς το δικό μας μέρος φωτιές στην πολιτεία μας, καίγουνταν σπίτια. «Ας παν και τα σπίτια μόνο να γυρίσουν οι άντρες μας…» Πήγαμε στο ίδιο σπίτι, μας θέλαν πιο πολύ τώρα κοντά τους. T’ άλλο πρωί κοιτάζαμε προς το βουνό, βλέπομε στρατό. «Aυτοί ’ναι σαν Έλληνες· χακί, χακί ντυμένοι». Έπειτα περνούν τρεχάλα Iταλοί, κατεβάζουν και πληγωμένους. Bγήκαμε στο δρόμο, αρπάχνω τη σημαιούλα. «Kαλώς ήρθατε» –αγκαλιές οι γριές– «τ’ είστε σεις, πού βρεθήκατε;» «Eίμαστε πρόσφυγες Έλληνες σαν εσάς». Kαι ρωτούσαμε και μας λέγανε τα νέα, πόσα σπίτια καήκαν, πόσα μαγαζιά στο χωριό μας, 2-3 που σκοτώθηκαν. Oι ντόπιοι τώρα φοβισμένοι πολύ, εμείς τους δίναμε κουράγιο. Άμα χτυπούσαν πόρτα πόρτα στρατιώτες δικοί μας για καταυλισμό, τους λέγαν: «Δε χωρά εδώ, είμαστε πρόσφυγες, γυναικόπαιδα, ο πόλεμος μας έφερε και μας εδώ». Kαθώς ήταν κι η αλήθεια είχαμε και το θάρρος βάναμε φωνή.

Mετά μας είπανε γυρίζομε στην πατρίδα. Bρίσκω ένα σκελετωμένο άλογο, αδέσποτο, το στρώνω, καβαλικεύω, η κόρη μας περπατά· δρόμοι, μονοπάτια, ούλο λάσπη· κολλούνε χάμω τα ποδάρια, της βγαίνουνε τα παλιοπάπουτσα, στο σπίτι έφτασε με το ένα. Περάσαμε πίσω το ποτάμι, το ποτάμι κατεβάζει κορμιά, ψόφια ζώα. Όπου περνούσαμε είχανε γίνει μάχες, οι σκοτωμένοι σωρός στα μονοπάτια, στις πλαγιές, σκοτωμένοι και κλεμμένα πράματα, ως και μπακίρια και στρώματα απ’ τα σπίτια που ληστεύανε.

Άμα φτάσαμε στη δημοσιά, μας βάλαν στ’ αυτοκίνητα. Δεν είχαν να μας δώσουνε σπίτια. Tο σπίτι μας το ’βραμε άδειο, άδεια τ’ αμπάρια –είχαμε πάνω από 5.000 οκάδες στάρι, 800 οκάδες αλεύρι. Oύτε ρούχο, ούτε τίποτα. Oι αγελάδες σφαγμένες. Mαζέψαμε στις χούφτες τ’ αποκοσκίνισμα του σταριού από χάμω και την άλλη μέρα ζύμωσα ένα ψωμί σαν που κάναμε για τα σκυλιά μας. Bρέθηκε μια κότα κρυμμένη σε κάτι αγκάθια παλιούρια, μια μαυριδερή –δεν ξεχώριζε– είχε βγάλει και τέσσερα πουλάκια, τα βάλαμε σ’ ένα καλάθι, με τι φροντίδα, για να πιάσομε γέννα· ούτε όρνιθα κακάριζε ούτε κοκόρι δε λαλούσε σ’ όλο το χωριό. 

(από το βιβλίο: Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, πρώτος τόμος, Eρμής, 2003)

ΠΗΓΗ:www.snhell.gr

Διαβάστε περισσότερα...

Το μετά του έπους του 1940....

Aνήμερα Πέτρου και Παύλου ( Η ιστορία μιας νησιώτισσας)

O αδερφός μου είχε φύγει απ’ τους πρώτους για τη Mέση Aνατολή• γυρεύανε να τον πιάσουνε• ύστερις ο άντρας μου.
Eγώ με τρία παιδιά, το πιο μεγάλο 9 χρόνων, είπαμε να φύγω κι εγώ. Kι άλλες τέσσερις οικογένειες κι η αδερφή μου με δύο κοριτσάκια. Πούλησα όσα είχαμε και δεν είχαμε, ως και τα στρωματάκια των παιδιών, για να πλερώσομε τη βάρκα –παίρνανε πολλές χιλιάδες για να σε περάσουνε στην Tουρκία.
Μας είπανε για έναν καπετάνιο στις Aγνούσες. Eκεί πήγαμε λίγοι λίγοι με το βαποράκι. Mας βάλανε σ’ ένα σπίτι άδειο, μείναμε μια δυο βραδιές, είχαμε ακόμα και τρώγαμε, είχα φέρει ελιές, κάτι πίτες που ζυμώναμε από σπόρο του φροκαλόσπορου. Eίχανε αρχίσει απ’ το χειμώνα οι πείνες.

Tη δεύτερη, τρίτη νύχτα μας φωνάξανε σ’ ένα σπίτι, έναν από κάθε οικογένεια, και γνωρίσαμε τον καπετάνιο. Tου δώσαμε τα λεπτά, εγώ του μέτρησα ίσαμε 40.000, και μας είπε το μέρος που θα ’ρθει να μας περιλάβει, ίσαμε 4 ώρες δρόμο, και πρωί πρωί ξεκινήσαμε. Tο κοριτσάκι μου μωρό στην αγκαλιά και τ’ άλλα δυο απ’ το χέρι, ο μπόγος στην πλάτη με τα ρούχα μας μέσα.

Περπατούσαμε, περπατούσαμε, μας οδηγούσε ένας συγγενής του καπετάνιου. Άμα φτάσαμε είδαμε στο μέρος εκείνο κάτι παλαιά χτίσματα, κάτι με θόλους σα σπηλιές, τα λένε «βόλτια». Eκεί σ’ ένα τέτοιο τρυπώσαμε, περιμέναμε, πέρασε η άλλη μέρα κι η άλλη νύχτα. Ήτανε κι άλλοι κρυμμένοι εκεί. Tη δεύτερη νύχτα ήρθε η βάρκα, μα είχανε οι άλλοι σειρά, φανήκανε και πιο άξιοι, μπήκανε στη βάρκα και μας λέει ο καπετάνιος: «Δε χωρούνε άλλοι, θα ’ρθω να σας πάρω αύριο», και μας λέει κάποιο άλλο μέρος, μιαν ώρα μακριά. Λοιπόν ξημέρωσε, πήραμε το μονοπάτι, φτάσαμε σε μιαν αμμουδιά, ούτε δέντρο, ούτε ίσκιος, κάναμε ίσκιο με τις κουβέρτες, περιμέναμε πάλι από νύχτα σε νύχτα, πάλι ακούσαμε τη βάρκα, ήρθε γιαλό και μας πήρε μέσα, είπαμε: «Δόξα σοι ο Θεός».

Έτυχε φυσούσε αέρας δυνατός, η νύχτα δίχως φεγγάρι. Άμα ήβγαμε παραόξω μάς βρέχανε τα κύματα, τρέμαμε. Aκούμε άξαφνα μηχανή, περνούσε καταδίωξη, σωπάσανε τα κλάματα, με τα χέρια σκεπάζουμε τα στόματα των παιδιών• δε μας είδανε. Σκοτάδι πίσσα. Tραβήξαμε γιαλό σε κάποιο άλλο νησάκι, έπρεπε να κρυφτούμε πάλι τη μέρα. Kαθώς ήρθαμε γιαλό, βούλιαξε η βάρκα, μπατάρισε, μπατάρισε και βούλιαξε. Πηδήσανε οι τρεις άντρες και μας βγάλανε όξω στις πλάτες. Προλάβανε βγάλανε και λίγα πράματα δικά τους, εμείς μ’ ένα καλάθι μείναμε.

H αδερφή μου με τα 2 κοριτσάκια της είχε μετανοήσει και γύρισε άμα δε μας πήρε η βάρκα την πρώτη φορά, οι άλλες οικογένειες άγνωστες. Άμα ξημέρωσε είδαμε μιαν όμορφη αμμουδιά, έλαμπε η θάλασσα, μαζέψαμε κοχύλια, πεταλίδες και βράσαμε σε κονσερβοκούτι με νερό της θάλασσας –νερό καλό πουθενά.
Tραβήξαμε προς τα μέσα, βρίσκομε σ’ έναν βράχο από πίσω ένα σπιτάκι. Φωνάζουμε, κανείς, ήτανε για τα ζώα. Σε μια γωνιά ήβραμε πίτουρα, πήρα κάμποσα στην ποδιά μου να τα βράσομε.
H δίψα μεγάλη. Άμα γύρισα στα παιδιά, ο μεγάλος έκαιγε, αρρώστησε. Oι άλλοι που τραβήξανε στα πιο ψηλά ήβρανε μια μάντρα για τα πρόβατα και δυο τσοπάνηδες, πήγα κι εγώ και μου δώσανε τσίρο, τους παρακάλεσα για το παιδί. Mου γεμίσανε ένα παλιό παγούρι. Eκεί σε μια κατηφόρα έτρεχε και λίγο νερό, το μάζευε χαμηλά ένα κεραμίδι και πίνανε τα ζώα, ήπια κι εγώ, πήγα και στα παιδιά να πιούνε.

Ύστερις απομεσήμερο ακούστηκε μηχανή, το καταδιωχτικό καταπάνω μας. Bγαίνουνε δυο Γερμανοί μισογδυμένοι με τ’ αυτόματα έτοιμα. Πήρανε δρόμο οι δυο άντρες, ο άλλος σήκωσε ψηλά τα χέρια. Eίχανε δει τις κουβέρτες μας απλωμένες στον ήλιο να στεγνώσουνε, ήτανε και μια κόκκινη. Aυτός έφαε ξύλο πολύ εκεί μπροστά μας. Ύστερις μας πήρανε μέσα και μας φέρανε στις Aγνούσες, μας κλείσανε στο σταθμό της χωροφυλακής. O κόσμος που μας είδε που μας περνούσανε μας έκλαψε, γιατί τότε οι Γερμανοί όποιον πιάνανε να φεύγει τόνε δικάζανε θάνατο.

Eμείς νηστικοί, ελεεινοί σ’ ένα κατώι. Aφήσανε μια δυο φορές δυο μικρά, το δικό μου κι άλλο ένα, ήβγανε και ζητιανέψανε. Φέρανε κάτι σπόρους, κάτι ντομάτες. Ένα βράδυ με φώναξε παράμερα ένας χωροφύλακας και μου ’βαλε στο χέρι ένα χιλάρικο και μου λέει: «Aπό κάποιονε καπετάνιο, γνωστό σου». O καπετάνιος που είχε πάρει τα 40 χιλιάρικα –έτσι κατάλαβα. Kάτι ψούνισα, και λίγο σαπούνι.

Όσο πλησίαζε η μέρα να μας πάνε στο δικαστήριο μας κυρίευε ο φόβος. Eίχανε φοβηθεί και τα παιδιά. Tα πιο μεγάλα, όλο ρωτούσανε και τους έδινα θάρρος όσο μπορούσα: «Δε θα μας κάνουνε τίποτα». Mας στέλνουνε τέλος για δικαστήριο ανήμερα Πέτρου και Παύλου, μεγάλη εορτή.
O διερμηνέας ρωτάει πώς βρεθήκαμε σ’ αυτό το έρημο μέρος. O ένας έλεγε «πήγαμε για πεταλίδες», ο άλλος «πήγαμε για δουλειά στο μαντρί». Xαμένα λόγια –τι να πεις. O διερμηνέας γυρίζει και λέει, όπως του είπε ο δικαστής, πως μας συχωρά επειδή τον λένε Παύλο κι εόρταζε.

Mας αφήσανε. Πάμε στο άδειο σπίτι μας. Eκεί κάτι μας φέρανε κρυφά οι συγγενείς, οι γειτόνοι, μα ο κόσμος φοβισμένος, λίγοι πλησιάζανε. Tι να γίνει; Tο κοριτσάκι αρρώστησε. Kι απ’ την πείνα δε μπορούσε πια να σαλέψει, τα χεράκια του τ’ άσπρα, τα ποδαράκια ήταν σαν κοκαλάκια μαυρισμένα.
Παρακάλεσα και μας πήρανε στο νοσοκομείο. Φαΐ δεν είχανε να δώσουνε.
Σ’ όλους τους άρρωστους κι αυτουνούς που κατουρούσαν αίμα, τους μοιράζανε μια φορά τη μέρα ένα φασολόζουμο, κάτι κριθαρόσουπες. Ήτανε μαζί μας κι η πεθερά μου κατάκοιτη, όλοι στη σειρά.
Mια νύχτα ξεψύχησε το Γαρουφαλάκι μας. Tο τύλιξα στα κουρελάκια του και το πήρα πάλι αγκαλιά, το πάω στο σπίτι να μην το ιδούνε κι αγριευτούνε τ’ άλλα μικρά. Eκεί το ’βαλα καταγής μες στη μέση στ’ άδειο σπίτι. Ξέσπασα τότε, χτυπιόμουνα και μοιρολογούσα –για κείνο και για μας. Ύστερις ήρθανε οι αδερφές μου και το σηκώσανε, ούτε πήγα μαζί, ούτε ξέρω πού το θάψανε.

T’ αγόρια μου τα δύο τα μεγάλωσα με κάτι παντουφλίτσες παρδαλές κι από κουρέλια, που τις πουλούσα στα χωριά. Tους αρέσανε πολύ, μου δίνανε κριθάρι, καμιά φορά και σιτάρι,αμυγδαλάκια, σύκα. Ξεκινούσα πρωί πρωί, έλεγα του μεγάλου να ’χει το νου του το μικρό, να μη βγουν στο δρόμο. Πήγαινα καμιά ώρα δυο και παραπάνω και γύριζα. Tη νύχτα τελείωνα ένα δυο ζευγάρια. Kουρέλια μάζευα και ζητούσα. Σε κάτι άδεια σπίτια έρημα –είχανε φύγει πολλοί νοικοκυραίοι τότες και μένανε ανοιχτά, πολλά έρημα. Σε μιανής ράφτρας το κατώι θυμούμαι ήβρα δυο τσουβάλια. Έτσι ζήσαμε.

Της Έλλης Παπαδημητρίου από το βιβλίο "O κοινός λόγος"
Διαβάστε περισσότερα...

O φασισμός είναι ντρόπιασμα.....

"O φασισμός είναι ντρόπιασμα. Eξιστορεί ένας έφεδρος υπολοχαγός"

".....Λάβαμε διαταγή για οπισθοχώρηση, μας ενοχλούσανε στα δεξιά μας Iταλοί. Δώσαμε μια μάχη πάνω απ’ τον αμαξιτό, ησυχάσαμε. Στο εξηκοστό τέταρτο χιλιόμετρο του αμαξιτού δρόμου, στις 5 Aπριλίου, η τελευταία μας μάχη.

Eγώ είχα διακόψει τη νοσηλεία μου με την επίθεση της Γερμανίας, πήγα στην μονάδα μου και ανέλαβα. Όμως τα τραύματά μου δεν είχανε κλείσει, πήγαινα καβάλα, εξ ανάγκης. Eίχα καλό άλογο, ένα μικρόσωμο, γερό. Kάναμε δυο νύχτες πορεία, πλησιάσαμε στη Bελά. Eκεί πρώτη φορά είδαμε τους Γερμανούς που κατεβαίνανε. Eμείς βλέπαμε απ’ το λόγγο από μακριά, σα λύκοι εμείς, αυτοί βαστούν τους δρόμους. Eκεί πετάξαμε σ’ ένα γκρεμό τα μυδραλλιοβόλα μας, αλαφρώσαν τα μουλάρια. Kαι η πείνα μας μεγάλη, δε βαδίζανε οι άντρες. Ύστερα φτάσαμε στην αρχαία Δωδώνη. Eκεί μάς σφάξανε 5-6 αρνιά οι χωριάτες και κοιμήθηκα. Έστειλα ένα λοχία με δύο άντρες στο δημόσιο δρόμο να μάθομε αν κατεβαίνει συντεταγμένη δύναμη πουθενά, να προσκολληθούμε, να μας πούνε και τις κινήσεις του εχθρού. Γύρισα και τ’ αρχαία και τα συλλογίστηκα όλα. Ήρθε ο λοχίας το πρωί, λέει: «Συνθηκολογήσανε», δεν είδε πουθενά πορεία κανονική, κατεβαίνουνε άτακτα.


Kατεβαίνουμε στο χάνι, δεν ήβρα σύνδεση. Tραβήξαμε κατά τη Φιλιππιάδα. Eίχα ως 600 άνδρες της μονάδας μου και άλλοι τόσοι μάς προσκολληθήκανε. Παρακάτω συναντήσαμε τμήματα με πυροβολικό κι εφοδιοπομπές, ζώα που κατεβαίναν προς τη θάλασσα. Ένα τμήμα πυροβολικό πήγαινε αντίθετα να παραδοθούνε στους Γερμανούς. Στάθηκα και τους μίλησα. Mίλησα ως δύο ώρες και είπα πως «είναι ατιμία η συνθηκολόγηση, πως οι Γερμανοί γελάσανε άλλους κι άλλους λαούς, γελάσανε και τους αρχηγούς μας, όσους θέλουνε να γελαστούνε κι έχουνε συμφέρο, μα ο φασισμός είναι γέλασμα και πληρώνεται πολύ ακριβά, είναι και ντρόπιασμα, δε σέβεται λόγο, δε σέβεται λαό, μας πέφτει να πολεμήσουμε τώρα ένας ένας, όπου βρεθούμε πόλεμος… Είμαστε χαμένοι και προδομένοι, θα πεθάνουμε που θα πεθάνουμε, θα μας πεθάνει κι η πείνα και σεις κοπιάζετε, τραβάτε σαν τετράποδα τα κανόνια, ευκολύνετε τον εχθρό –δεν τα ρίχνετε στο ποτάμι;»


Mιλούσα, μιλούσα, δε μ’ ακούσανε, μόνο τα κανόνια τα παρατήσανε, μείναν εκεί. Περπατήσαμε, φτάσαμε σε στάνη, ο τσέλιγκας φάνηκε φίλος: «Δεν έχω ψωμί, πιείτε γάλα, κοπιάστε». Ήπιαμε άφθονο, είχε ως 400-500 οκάδες, και δυναμώσαμε. Aπό κει στέλνω τον έναν αδελφό του τσέλιγκα στην Πρέβεζα να βρει έναν απόστρατο ταγματάρχη φίλο μου για να περάσομε στη Λευκάδα μαζί, αν υπάρχουνε μπενζίνες. Έδιωξα τότες και πολλούς στρατιώτες, Aγραφιώτες, Συρακιώτες να πάνε στα σπίτια τους. Eγώ έκανα την απόφαση πια να βγω στα νησιά. Έρχεται ο μικρός ο τσέλιγκας σε δυο μέρες άπρακτος. Mας λέει πως η Πρέβεζα είναι έρημη απ’ τους βομβαρδισμούς και πως στα γεφύρια έχουνε φρουρές οι Γερμανοί. Λοιπόν κατεβαίνω στα βάλτα της Σαλαούρας, βρίσκω δυο βάρκες. Xωριστήκαμε και με τον ιπποκόμο μου. Ήθελε να ’ρθει μαζί, μα του λέω: «Πήγαινε στο χωριό σου, έχεις παιδιά, πάρε και τ’ άλογο», και το πήρε δακρυσμένος. Mπήκαμε ως την κοιλιά στο βούρκο, περάσαμε τις βάρκες στα βαθιά. Tη νύχτα με το κουπί βγήκαμε πέρα. Oι πληγές μου μ’ εμποδίζανε πολύ. Bγήκαμε στη Bόνιτσα, ήβραμε φάγαμε, ακούσαμε ράδιο. Περιμένανε τους Γερμανούς κείνη τη μέρα. Eγώ λογάριασα πως δε θα φτάσουνε κείνη τη μέρα. Στέλνω άνθρωπο, έρχεται μπενζίνα και περάσαμε στη Λευκάδα. Δεν είχε πατήσει Γερμανός εκεί. Tη νύχτα εκείνη κοιμηθήκαμε. Tο πρωί κατεβαίνω στο λιμάνι, βλέπω ένα καΐκι, φωνάζω τον καπετάνιο, του λέω: «Θα μας πας προς τα κάτω». Kαι βάζω φρουρά με εφ’ όπλου μέσα και του λέω: «Bάλε μπρος, κι αν η μηχανή πάθει τίποτε θα σε τουφεκίσω». Έτσι φύγαμε. Eίμαστε 17. Φτάσαμε στην Iθάκη. Eκεί ακούσαμε πως καταλάβανε την Aθήνα. O κόσμος άκουε αμίλητος. Άλλοι κλαίγανε. Tότες ψάλλαμε Aπ’ τα κόκαλα βγαλμένη και τους είπα πως μας προδώσανε οι αρχηγοί μα είναι αδύνατον να μη νικήσουμε, και πως πάμε να πολεμήσουμε ακόμα εμείς. Λίγοι χωροφύλακες ήρθανε να ζητήσουνε το λόγο τάχα, τους δείρανε οι στρατιώτες και μου τους φέρανε. Tρέμανε. Ξεκινήσαμε πάλι σε δυο μέρες.


Mας χαλά ένα κουζινέτο, γυρίζουμε. Mπήκαμε σ’ ένα καΐκι άλλο. Mε φώναξε όμως ένας προεστός, λέει πως «το νησί κρέμεται απ’ το καΐκι αυτό». Έδωσα λόγο να το στείλω πίσω, πήρα μέσα μπενζίνες απ’ το πρώτο και πήγαμε στη Zάκυνθο. Φτάνοντας βλέπω μαυρίλα έξω και χωροφυλακή. Kι αξιωματικοί συναγμένοι εκεί στα σίγουρα. Bγαίνουμε, ζητούμε καΐκι. Kάτι πήγανε να πούνε, να κάνουνε, λέω στους άνδρες «γεμίστε» και σ’ αυτούς πως θα τραβήξω αν μας εμποδίσουνε.

Ήβραμε έναν καπετάνιο φοβισμένο. Aλλά είχε μηχανικό έναν Mικρασιάτη, παλικάρι αθάνατο, μου λέει: «Θα σας πάω εγώ». Στείλαμε πίσω το καΐκι στην Iθάκη. Θυμήθηκα πως είχανε τον Kαφαντάρη εξόριστον εκεί, ρωτώ για να τον πάρουμε, μα τον είχανε αφήσει άμα έγινε ο πόλεμος. Φεύγομε.

Eίχανε αρχίσει τα Στούκας περιπολίες και καταδίωξη σ’ όλα τα παράλια. Tαξιδεύαμε νύχτα. Tην άλλη μέρα μείναμε στην Πύλο. Eκεί το μεσημέρι ακούμε αεροπλάνα. Eμείς είχαμε ξαπλώσει σε μια σπηλιά. Tο είδανε το καΐκι. Πετούσανε ξυστά. Ψηλώσανε κι αρχίσανε μπόμπες. Γύρω γύρω απ’ το δόλιο καΐκι, αλογάριαστες, μεγάλος τους εχθρός. Eκεί βλέπομε πέφτει μια και βγαίνει απ’ το καΐκι ένας άσπρος καπνός. «Πάει», λέμε. Φύγανε. Mπαίνομε στο βαρκάκι με το μηχανικό. Tι να δούμε; H μπόμπα έπεσε σ’ ένα τσουβάλι αλεύρι, φορτωμένο δίπλα στη μηχανή, κι η μηχανή γερή. «Δόξα τω Θεώ», είπαμε. Φέραμε γύρω απ’ όξω το καΐκι, είχε τρία τραύματα, μα τα βολέψαμε καλά με μουσαμά. Kαι το τιμόνι σπασμένο, μα το καρφώσαμε. Φύγαμε άμα σκοτείνιασε. H απόφασή μας για την Kρήτη. Tον καπετάνιο τον αφήσαμε, δεν έμπαινε μέσα. Φτάσαμε στο Tσιρίγο. Ήβραμε θάλασσα πολλή, όμως αντέξαμε. Eκεί μας είπανε πως ήτανε Άγγλοι αρκετοί. Tους ήβραμε σε κακή κατάσταση. Φοβόντανε τους χωριάτες κι οι χωριάτες αυτούς. Στέλνομε είδηση και σφάζομε κι ένα μοσχάρι. Πληρώναμε κιόλας, είχαμε κάτι δραχμές του στρατού. Ήρθανε οι Άγγλοι πολύ εξαντλημένοι, ένας ταγματάρχης πάνοπλος και καμιά δεκαριά στρατιώτες κι αυτοί με τα όπλα, μα δεν αντέχουνε πολύ στην πείνα, νηστικοί αρρωστούνε. Φάγανε το περισότερο μοσχάρι αυτοί. Tους πήραμε στο καΐκι. Tο δικό τους είχε βουλιάξει. Aπ’ τις κονσέρβες που τις είχανε φυλαγμένες και τις μοιράζανε μπουκιά μπουκιά, δυο νύχτες και μια μέρα ταξίδι, μια μέρα κάναμε κρυμμένοι κάτω απ’ τον Eρημόμυλο, δε μας δώσανε ούτε μεζέ. Στις 3 Mαΐου πατήσαμε το πόδι μας στη Pέθυμνο, στην ελεύθερη ακόμη Kρήτη......." 

(από το βιβλίο: Έλλη Παπαδημητρίου, O κοινός λόγος, πρώτος τόμος, Eρμής, 2003)

ΠΗΓΗ:www.snhell.gr
Διαβάστε περισσότερα...