Κυριακή, 12 Σεπτεμβρίου 2010

Το φουσκωμένο ποτάμι της επαιτείας

Δεν είναι μόνο οι αριθμοί που τρομάζουν. Η αύξηση της επαιτείας κατά 52% μέσα σε ένα χρόνο (2008 - 2009) μπορεί να αποτελεί επαρκές στατιστικό στοιχείο για να ενσπείρει ανησυχία. Και ακόμη δεν έχει καταμετρηθεί το 2010... Δεν είναι μόνο η Αθήνα που δύσκολα σηκώνει το βάρος δεκάδων ζητιάνων. Το φαινόμενο συναντάται και σε άλλες ελληνικές πόλεις και το νέο άτυπο σύμφωνο συμβίωσης έχει πολλές αποχρώσεις.

Η συνύπαρξη με τον ολοένα εμπλουτιζόμενο πληθυσμό επαιτών φέρνει στην επιφάνεια ποικιλία συναισθημάτων και απενεργοποιημένων ανακλαστικών: αμηχανία, ενοχή, ενόχληση, θυμό, θλίψη. Σαν να πρόκειται για μια ξεχωριστή κοινωνία που ζει με τους δικούς της κανόνες, συνθήκες, ωράρια. Ακόμη και τη δική της επετηρίδα. Σε δελτίο ειδήσεων ιδιωτικού καναλιού ο ρεπόρτερ εξοπλίζεται με απορρυπαντικό και πανί και αναλαμβάνει να καθαρίσει σε φανάρια τζάμια αυτοκινήτων. Καθόλου εύκολο. Δεν είναι οι Πακιστανοί οι ανταγωνιστές του, αλλά διάφοροι άλλοι «επαγγελματίες» που ξεφυτρώνουν από τις γωνίες για τον πιέσουν να «πάει αλλού», να τον απειλήσουν όταν εκείνος αρνείται να μετακινηθεί. Λίγη ώρα μετά, αρχίζουν να πυκνώνουν γύρω του οι εποχούμενοι και οι πεζοί... Κάπου εκεί, το ρεπορτάζ ολοκληρώνεται και τα πρώτα συμπεράσματα επιβεβαιώνουν το παγκοίνως γνωστό: υπάρχουν κυκλώματα, νονοί, στημένες επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται την υπερχειλίζουσα δυστυχία.

Λαθρομετανάστες που φτάνουν στη χώρα μας πληρώνοντας αδρά, για να καταλήξουν επαίτες. Μικρά παιδιά που εξωθούνται στην επαιτεία και από τους ίδιους τους γονείς τους. Tοξικομανείς που προσπαθούν να μηχανευθούν τρόπους για να αποσπάσουν 50 λεπτά. Μετανάστες που μένουν χωρίς δουλειά και χωρίς στέγη. Ηλικιωμένοι, απόκληροι, ψυχοπαθείς, ανάπηροι, παράλυτοι, κωφάλαλοι, πάσχοντες από καθ’ υπερβολήν δεινά, που αφηγούνται στους επιβάτες των τρένων. Και οι άλλοι, οι σιωπηλοί, με σκυμμένο κεφάλι, βλέμμα αδειανό και δυο - τρεις ανορθόγραφες σειρές σε ένα χαρτόνι, που συνοψίζουν δυστυχία και κακοτυχία. Ελληνες και αλλοδαποί, ανθρώπινα ράκη, «λύματα» της αφθονίας και της κρίσης, της συσσώρευσης πλούτου και της κοινωνικής ασυμμετρίας, αλλά και θύματα στυγνής εκμετάλλευσης, εισαγόμενα ληγμένα προϊόντα για κάθε χρήση.

Το ξέφραγο ελληνικό αμπέλι αποδεικνύεται ο «ιδανικός» τόπος υποδοχής. Και ύστερα αρχίζει η δυσφορία, αντιλαμβανόμαστε ότι αυτός ο ανεπιθύμητος πληθυσμός αυξήθηκε κατακόρυφα και πρέπει να πάρουμε τα μέτρα μας. Πώς θα φύγουν οι επαίτες από την Αθήνα; Ή, έστω, πώς θα περιοριστούν; Πώς θα τεθούν εκτός της σφαίρας επικοινωνίας μας... Που σημαίνει: να μην τους βλέπουμε κι ας υπάρχουν ή να μην τους βλέπουμε, αλλά και να μην υπάρχουν. Η δεύτερη εκδοχή θα απαιτούσε ένα πολύ ισχυρό κοινωνικό κράτος, προγράμματα πρόνοιας, απασχόλησης, κρατική πολιτική και κεφάλαια. Διαθεσιμότητα σε ανθρώπινο δυναμικό, αλλά και σε χρήματα. Λύση δεν είναι ούτε τα κρατητήρια ούτε οι επιχειρήσεις-σκούπα. Το ποτάμι επιστρέφει πάντα ενισχυμένο.

Η αυξανόμενη επαιτεία είναι μια αντινομία, το πιο εμφανές έλλειμμα της ορθολογικής οργάνωσης των κοινωνιών. Μια διαρκής παλινδρόμηση στο παρελθόν, διόλου νοσταλγική ή λυτρωτική. Μας προκαλεί αμφιθυμία και δοκιμάζει τα ανθρωπιστικά ανακλαστικά μας. Επ’ αυτών δε, οργιάζει η επιχειρηματικότητα. Εκείνοι προσπαθούν να γίνουν συμπαθείς, να πείσουν για το μέγεθος του προβλήματος, για την ειλικρίνεια της απελπισίας τους. Δοκιμάζουν τρόπους να είναι πειστικοί. Ορισμένοι εκπαιδεύονται κιόλας. Κι εμείς κοιτάμε και αξιολογούμε. Κάποτε υποκύπτουμε και ενισχύουμε με τον οβολό μας τον πιο συμπαθή ή τον πιο αναγκεμένο, συχνότερα προσπερνάμε επιταχύνοντας, με μια παροδική σύσπαση στα χαρακτηριστικά, δυσθυμία ή απέραντη θλίψη, κυρίως, όταν ο επαίτης είναι μικρό παιδί. Προσπερνώντας, νιώθουμε καμιά φορά στην πλάτη να μας ακολουθεί ένα βλέμμα γεμάτο θυμό και παράπονο, που καταντάει αφύσικο και βασανιστικό.

Ο επαίτης μάς φέρνει αντιμέτωπους με την ανεπάρκειά μας, υπονομεύει τις όποιες κανονικότητες, αποτελεί μια ζωντανή υπόμνηση της αποτυχίας μας. Δεν μας αρέσει σαν κάτι μιαρό και πρωτόγονο, που βάλλει ευθέως εναντίον της όποιας κοινωνικής συνοχής. Και, κυρίως, επιδεινώνει την εικόνα της ανέχειας σε μια εποχή που τα οικονομικά προβλήματα περισσεύουν.

Αυτό το εκρηκτικό ανθρώπινο φορτίο κυριαρχείται από το ένστικτο της αυτοσυντήρησης. Γι’ αυτό και αναπροσαρμόζεται, γίνεται όλο και πιο ευρηματικό και, ταυτόχρονα, όλο και πιο πιεστικό. Παράλληλα ανθεί ο ετήσιος τζίρος, σε αντίστροφη αναλογία με τα φιλάνθρωπα αισθήματά μας. Η χώρα μας (σύμφωνα με έρευνα βρετανικού ιδρύματος, «Κ» 9/9) καταλαμβάνει την πέμπτη θέση από το τέλος, σε σύνολο 153 κρατών, σε ποσοστά φιλανθρωπίας.

Η επαιτεία είναι ασθένεια και χρειάζεται θεραπεία. Βλέποντας αυτούς τους παρίες της κοινωνίας, αισθάνεσαι ότι θα περάσει πολύς καιρός ακόμη (ίσως και να εξαντλήσουν τη ζωή τους) χωρίς να εκπληρωθεί η ελάχιστη επιθυμία τους, πέρα από την υποτυπώδη επιβίωση.

Ο Τζαμάλ Μαλίκ, ο Σαλίμ και η Λατίκα των παραγκουπόλεων του «Slumdog Millionaire», διασχίζουν χιλιόμετρα από λασπόνερα, ανεβαίνουν λόφους σκουπιδιών, ζουν εκτεθειμένα στη βία, περνούν δοκιμασίες ασύλληπτες, με μια μόνη προσδοκία: την επόμενη μέρα. Η ταινία των οκτώ Οσκαρ δεν είναι παρά μια ειρωνική υπόμνηση.
Tης Μαριας Kατσουνακη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου